Φιλότεχνοι, ζωγράφοι και γκαλερίστες σχολιάζουν την εκτεταμένη έρευνα του
τεχνοκριτικού των «ΝΕΩΝ» κ. Χ. Καμπουρίδη (δημοσιεύτηκε στα «Πρόσωπα» της 11ης
Νοεμβρίου), για τους μηχανισμούς της αγοράς που καθιερώνουν τους νέους
εικαστικούς καλλιτέχνες. Λόγω έλλειψης χώρου, παραθέτουμε τα κύρια σημεία
τεσσάρων χαρακτηριστικών επιστολών:


Ο κ. Νίκος Αγγελίδης, ζωγράφος, από τον Βύρωνα, παρατηρεί: «Κατά πρώτο λόγο η
Τέχνη είναι αυτή που είναι και που όλοι διαισθανόμαστε ότι είναι και εσείς σαν
έγκυρος ιστορικός γνωρίζετε ακόμη περισσότερο. Κατά δεύτερο λόγο η Τέχνη είναι
και αγορά. Σύμφωνα λοιπόν με τους νόμους της αγοράς και μάλιστα του
χρηματιστηρίου, κάθε προσπάθεια επέμβασης ή χειραγώγησης από κάποιο φορέα μόνο
βλάβη και αναταραχή μπορεί να φέρει και τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε πολύ
καλά.


Πόσο μάλιστα στο χώρο της τέχνης και των ζωγράφων που εσείς παραλληλίσατε ως
"βαριά χαρτιά". (Δηλαδή οι υπόλοιποι είναι φούσκες;) Σκεφτήκατε ότι όσο
επιστημονική και αν είναι μία κατάταξη πάντα υπάρχει και ο υποκειμενικός
παράγοντας που καλώς βέβαια υπάρχει αλλά όταν εκφράζεται μέσα από ένα μέσο
μαζικής ενημέρωσης αποκτά τεράστια δύναμη; Η ιστορία της Τέχνης είναι γεμάτη
από καταραμένους ή περιθωριακούς ή αντικοινωνικούς ή, στην καλύτερη περίπτωση,
κλειστούς σε χαρακτήρα καλλιτέχνες. Αυτοί χαρακτηρίστηκαν αδικημένοι από την
εποχή τους, αλλά μήπως και στη δική μας "φιλελεύθερη" και "αποδεκτική" εποχή
δεν θα είχαν επίσης καμία πιθανότητα;»


Ο κ. Στάθης Σταματινός, αρχιτέκτων και ιστορικός τέχνης, σημειώνει:


«Μου έκανε μεγάλη έκπληξη ότι από το πανόραμα των καλλιτεχνών που
παρουσιάσθηκαν, απουσίαζαν εντελώς κάποια σημαντικά ονόματα σπουδαίων νέων
καλλιτεχνών, σίγουρα πιο σημαντικών εκ πολλών εξ αυτών που αναφέρονται, όπως
του Γιώργου Λαζόγκα, της Αιμιλίας Παπαφιλίππου, του Χάρη Λάμπερτ, της Εριέττας
Βορδώνη, της Λίνας Μπέμπη... Αναρωτιέμαι λοιπόν, πόση σοβαρότητα και
εγκυρότητα μπορεί να έχει η όλη σπουδή όταν παρουσιάζει τέτοια αδικαιολόγητα
κενά».


Ο κ. Χάρης Λάμπερτ γράφει: «Παρακολουθώ τη δουλειά σας κάθε φορά που βρίσκομαι
στην Αθήνα και εκτιμώ ιδιαιτέρως το έργο σας. Με πολύ ενδιαφέρον διάβασα το
μεγάλο σας άρθρο στα "ΝΕΑ" και σας συγχαίρω τόσο για το κείμενό σας όσο και
για την ιδέα. Πρωτοβουλίες όπως η δική σας ανελκύουν τη ζωγραφική από τη σιωπή
και τη φέρνουν πιο κοντά στο μεγάλο κοινό».


Τέλος, η κ. Αντωνία Δημητρακοπούλου-Τριανταφύλλου, υπεύθυνη των αιθουσών
τέχνης «Αστρολάβος», σημειώνει:


«Στην έρευνά του ο κ. Καμπουρίδης δεν αναφέρθηκε σε γκαλερί της περιφέρειας
αλλά και στις εκτός Κολωνακίου γκαλερί της Αθήνας που εκθέτουν είτε τους
ζωγράφους της έρευνάς του είτε αξιόλογους άλλους που κατ' εκείνον είναι
παραγωγοί "κανονικών έργων". Παραθέτει πίνακα με τίτλο: "Οι γκαλερί με τους
πλέον καθιερωμένους ζωγράφους" χωρίς να γίνεται σαφές από την υποσημείωση σε
ποιας κατηγορίας καθιερωμένους ζωγράφους αναφέρεται. Η βαθμολογία στον πίνακα
αυτό (αν και γίνεται με ακρίβεια δεκάτου!) δεν είναι κατανοητό, παρά την
υποσημείωση, πώς προκύπτει, αφού σε πολλές περιπτώσεις ούτε απ' τα κείμενα
ούτε απ' τις παρουσιάσεις των καλλιτεχνών φαίνεται σε ποια γκαλερί ανήκουν.


Ο κ. Καμπουρίδης δηλώνει ότι οι βαθμοί εκφράζουν την προσωπική του γνώμη και
με κανέναν τρόπο δεν έχουν στόχο να βλάψουν επαγγελματικά οποιονδήποτε
καλλιτέχνη. Όπως καλά γνωρίζετε δεν φθάνουν γι' αυτό οι δηλώσεις του συντάκτη
ή οι καλές προθέσεις του, όταν είναι γνωστή η δύναμη του Τύπου. Αναφέρει ότι
έγινε διασταύρωση γνώμης με συλλέκτες (ποιους άραγε για να εκτιμήσουμε κι
εμείς την αισθητική των συλλογών τους;), γκαλερίστες (ποιους άραγε; Πάντως
εγώ, παρ' ότι διατηρώ φιλικές σχέσεις μαζί του και οι χώροι μας γειτνιάζουν,
δεν ερωτήθηκα) και άλλους (ποιους άλλους; καλλιτέχνες; ιστορικούς και
θεωρητικούς τέχνης που σίγουρα θα έπρεπε τη γνώμη τους να λάβει υπόψη σε μια
τέτοια έρευνα;).


Πώς μπορεί να θεωρεί τη Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου ως την πλέον
αντιπροσωπευτική της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα όταν λείπει απ' αυτήν η
μοντέρνα τέχνη; Στη διάκριση που κάνει σε κριτικές που δημοσιεύονται ως
πρόλογοι εκθέσεων και σ' αυτές που γράφονται σε τακτικές στήλες μεγάλων
εφημερίδων από ειδικούς μελετητές μήπως θα έπρεπε να είχε προσθέσει: "εφόσον
είναι γνωστή η αμερόληπτη κρίση των ειδικών". Τελειώνοντας και ορμώμενη από
την παραίνεσή του: "Γκαλερί: η ώρα του εκσυγχρονισμού" (για το οποίο συμφωνώ
απόλυτα) θα ήθελα κι εγώ να παραφράσω: "Κριτικοί: η ώρα του εκσυγχρονισμού"
για το οποίο νομίζω θα πρέπει να συμφωνήσει και ο κ. Καμπουρίδης».


Ο συνεργάτης μας κ. Χ. Καμπουρίδης απαντά: Είναι ευχάριστο που διευρύνεται ο
προβληματισμός για το «τι είναι αυτό που το λένε αγάπη» του μεγάλου κοινού και
για το άτυπο ­ προς το παρόν ­ χρηματιστήριο της ζωγραφικής μας. Τα εργαλεία
ανάλυσης και «συγκριτικού τεστ» που εφαρμόσαμε στις «μετοχές» των νέων
καλλιτεχνών (κάτι που έγινε πρώτη φορά στην Ελλάδα) είχαν σαφώς
χρηματοοικονομική λογική, γι' αυτό ίσως ξένισαν όσους βλέπουν την τέχνη μόνο
συναισθηματικά ή διά μέσου των καλλιτεχνών που προτιμούν. Ωστόσο, είναι η μόνη
αντικειμενική και διαφανής μέθοδος αξιολόγησης, αφού και ο κάθε ενδιαφερόμενος
μπορεί να βαθμολογήσει ο ίδιος τους καλλιτέχνες που προτιμά ή τις γκαλερί που
αντιπροσωπεύουν τους πιο καθιερωμένους. Εάν π.χ. η αγαπητή μου κ. Α.
Δημητρακοπούλου εφαρμόσει την ίδια μέθοδο στη «γενιά των εξηντάρηδων» και όχι
των σαραντάρηδων του αφιερώματος, τότε θα δει ότι ο «Αστρολάβος» αναδεικνύεται
πρώτος. Είναι πάντως ενθαρρυντικό που μια τόσο επαγγελματίας γκαλερίστρια
ενδιαφέρεται και για όσα στοιχεία της έρευνας δεν χώρεσαν στο αφιέρωμα (χωρίς
πάντως αυτό να αλλάξει την ουσία του), και ασφαλώς θα συμφωνεί ότι δεν
μπορούσα να ζητήσω από «ΤΑ ΝΕΑ» περισσότερες από τις 24 σελίδες που μου
διέθεσαν ή να παραλείψω τα θετικότατα σχόλια για τη δράση της, στις άλλες
σελίδες του κειμένου μου!

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από