Δεν είναι λίγοι οι γιατροί που «το παίζουν» καθηγητές για να εισπράττουν

μεγάλες αμοιβές, χωρίς να αναφέρουν ούτε το Πανεπιστήμιο στο οποίο υποτίθεται

ότι διδάσκουν, ούτε τον ακριβή τίτλο τους

Υψηλές και χωρίς έλεγχο και λογική είναι στην Ελλάδα οι αμοιβές των ιδιωτών

γιατρών και τα νοσήλια στις ιδιωτικές κλινικές. Η έλλειψη πραγματικής

κοστολόγησης των ιατρικών πράξεων, η ανοχή από πλευράς υπουργείου Υγείας και η

αδιαφορία των ιατρικών συλλόγων, θεωρούνται οι βασικές αιτίες αυτού του

φαινομένου.Στα ιδιωτικά ιατρεία, η «ταρίφα» της απλής ιατρικής επίσκεψης

κυμαίνεται από 7.000 έως 40.000 δραχμές. Το ύψος της εξαρτάται από την

πανεπιστημιακή ή όχι ιδιότητα του γιατρού (άλλη «ταρίφα» έχουν οι επίκουροι,

άλλη οι αναπληρωτές και άλλοι οι τακτικοί καθηγητές), την ειδικότητα (τις

υψηλότερες τιμές διεκδικούν και πετυχαίνουν οι χειρουργοί, οι γυναικολόγοι και

οι ασχολούμενοι με την υψηλή τεχνολογία, ενώ τις χαμηλότερες οι γενικοί

γιατροί), αλλά και την περιοχή (οι γιατροί στο κέντρο της Αθήνας και στα

βόρεια προάστια ζητούν μεγαλύτερες αμοιβές). Δεν είναι λίγοι οι γιατροί που

«το παίζουν» καθηγητές για να εισπράττουν μεγάλες αμοιβές, χωρίς να αναφέρουν

ούτε το Πανεπιστήμιο στο οποίο υποτίθεται ότι διδάσκουν, ούτε τον ακριβή τίτλο τους.

Στις ιδιωτικές κλινικές, τα οικονομικά «πακέτα» δίνουν και παίρνουν. «Πακέτο»

για τον τοκετό στις μεγάλες μαιευτικές κλινικές (και ουδείς γνωρίζει τι

ακριβώς πληρώνει), «πακέτο» για τα περίφημα τσεκ-απ (όπου διαγνωστικές πράξεις

ρουτίνας χρεώνονται «χρυσές»), «πακέτα» εκατομμυρίων για τις χειρουργικές

επεμβάσεις. Είναι ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες και με μόνο χαμένο τον πολίτη.

Οι επίσημες αμοιβές των μεγάλων ιδιωτικών κλινικών που μονοπωλούν τον χώρο,

κυμαίνονται από 35.000 – 40.000 (το τρίκλινο) έως 175.000 το δωμάτιο την

ημέρα, ενώ η παραμονή στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας χρεώνεται με 100.000

περίπου δραχμές την ημέρα ­ όλα αυτά μόνο για την ξενοδοχειακή υποδομή

(δηλαδή, ύπνο και φαγητό). Οι τιμές των κλινικών για τις εγχειρήσεις

κυμαίνονται από 300.000 δραχμές (για τις απλούστερες επεμβάσεις), έως

2.000.000 δραχμές, χωρίς την αμοιβή του χειρουργού. Οι τιμές αυτές

αναπροσαρμόζονται δύο φορές τον χρόνο, με μέση αύξηση 7% κάθε φορά.

Εντυπωσιακά είναι τα συμπεράσματα μελέτης του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης της

Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου ΑΘηνών, υπό τον αναπληρωτή καθηγητή

Κοινωνικής Πολιτικής και Οικονομίας της Υγείας κ. Γιάννη Υφαντόπουλο, με βάση

στοιχεία της Eurostat.

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ


Σύμφωνα με αυτά, οι Έλληνες παρουσιάζουν τη μικρότερη μέση σταθμισμένη

ιδιωτική δαπάνη ανά νοικοκυριό (για όλα τα είδη εξόδων), με 114.000 ECU τον

χρόνο, έναντι 289.000 ECU του Λουξεμβούργου (με τη μεγαλύτερη ιδιωτική δαπάνη)

και 179.000 του μέσου όρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν, όμως, εξετάζεται

χωριστά η ιδιωτική δαπάνη στην υγεία (τι βγάζει, δηλαδή, ο Έλληνας από την

τσέπη του για να φροντίσει την υγεία του), η Ελλάδα έρχεται τρίτη στη σειρά

(με 4,6% των ιδιωτικών γενικά δαπανών αφιερωμένων στην υγεία), έναντι 4,9% της

Γαλλίας (της πρώτης στις δαπάνες αυτές) και 3,3% του μέσου όρου της Ευρώπης.

«Επιπλέον, οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας ως προς το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν

αυξάνονται εκθετικά στην Ελλάδα από το 1986 έως σήμερα και γίνονται από 2,3%

του ΑΕΠ το 1985, 4,3% το 1995», τονίζει ο κ. Υφαντόπουλος. «Η μεγάλη αυτή

αύξηση αποδίδεται τόσο στην έλλειψη πραγματικής κοστολόγησης των ιατρικών

πράξεων, όσο και στη μεγάλη ζήτηση υπηρεσιών υγείας, που είναι συχνά προκλητή

και τεχνητή εκ μέρους των γιατρών. Η προκλητή ζήτηση, λόγω του πληθωρισμού

γιατρών στην Ελλάδα, αυξάνει το κόστος και τα περιθώρια κέρδους, χωρίς να

δημιουργεί κλίμα ανταγωνισμού. Υπάρχει μια «σιωπηλή συμφωνία “κυρίων” μεταξύ

των γιατρών, για τη διατήρηση αυτών των αμοιβών. Ας μην ξεχνάμε ότι από τον

18ο αιώνα, ο Άνταμ ΣμιΘ είχε πει ότι όταν μαζεύεται μια ομάδα γιατρών μαζί,

δεν είναι ποτέ για καλό, ενώ ο Νομπελίστας Μίλτον Φρίντμαν είχε καυτηριάσει

από το 1937 τις μονοπωλιακές τάσεις των γιατρών!»

Ο κ. Υφαντόπουλος προσθέτει: «Στις ελληνικές ιδιωτικές κλινικές, τα κέρδη

είναι υπερβολικά και καλύπτονται μέσα από σωρεία ιατρικών εξετάσεων που

καλούνται να καλύψουν τα Ασφαλιστικά Ταμεία.

ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΚΕΡΔΗ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μπλόφα του τσεκ-απ, όπου εξετάσεις κόστους

10.000 δραχμών χρεώνονται με 23.000 – 30.000 δραχμές. Επίσης, τα “πακέτα” των

μαιευτικών κλινικών, όπου κανείς δεν γνωρίζει τι πληρώνει. Ένα άλλο “κόλπο”

των ιδιωτικών κλινικών για να “φουσκώνουν” τους λογαριασμούς, είναι να

χρεώνουν ένα δυο χάπια που πήρε ο ασθενής με ολόκληρο το κουτί του φαρμάκου

(το οποίο βεβαίως χρησιμοποιούν σε άλλο ασθενή) ή να προσθέτουν στον

λογαριασμό αμοιβές για επιπλοκές που δεν υπήρξαν (όπως λόγου χάρη για

κολάπσους κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης). Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ­ για

να μην μπορεί να γίνει έλεγχος ­ δεν έχουν καθιερωθεί στις μεγάλες ιδιωτικές

κλινικές και οι ηλεκτρονικοί ιατρικοί φάκελοι (medical records), ενώ έχει μπει

η μηχανοργάνωση σε όλα τα άλλα τμήματα των κλινικών. Τα καθαρά κέρδη των

ιδιωτικών κλινικών στην Ελλάδα, αφού αφαιρεθούν οι αποσβέσεις και οι φόροι,

ανέρχονται σε 18% – 20% του τζίρου, ποσοστό εξαιρετικά προσοδοφόρο».

Έτσι, ενώ υπολογίζει κανείς μπαίνοντας στην κλινική το κόστος της παραμονής

του με τον αριθμό των ημερών και την αμοιβή του γιατρού, βγαίνει τελικά από

εκεί πληρώνοντας τριπλάσια και πενταπλάσια ποσά. Σε μεγάλες μαιευτικές

κλινικές μάλιστα, ενώ καθορίζεται η αμοιβή του γιατρού για τον φυσιολογικό

τοκετό, αφήνεται ελεύθερη εκείνη για την καισαρική τομή, γεγονός που αυξάνει

φυσικά τον αριθμό των αχρείαστων καισαρικών. Στα διαγνωστικά κέντρα, εξάλλου,

είναι συνήθης η πρακτική να γίνονται τρεις και τέσσερις αξονικές τομογραφίες

αντί της μιας που πραγματικά χρειάζεται, για να πληρώνουν αντίστοιχα τα

Ασφαλιστικά Ταμεία ή ο ασθενής. Η τακτική αυτή των ιδιωτικών κλινικών οδήγησε

σε αποτυχία τις κάρτες νοσηλείας από τις ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες

πλέον οδηγούνται σε νέους σχηματισμούς, στους οποίους θα παρέχουν οι ίδιες τις

υπηρεσίες υγείας που καλύπτουν.

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Είναι άλλωστε κοινό μυστικό μεταξύ των χειρουργών, ότι στις μεγάλες

εγχειρήσεις (όπως οι καρδιοχειρουργικές), που καλύπτονται από τα Ταμεία, το

καλυπτόμενο ποσό εισπράττεται εξ ολοκλήρου από την κλινική, ενώ η αμοιβή του

γιατρού δίνεται «έξτρα» από τον ασθενή και βεβαίως «κάτω από το τραπέζι».

Ας συγκρίνουμε, όμως, τι πληρώνει ένας ασθενής στην Ελλάδα για μια εγχείρηση ή

μια επίσκεψη και τι ο πολίτης άλλων χωρών. «Όσον αφορά, για παράδειγμα, τις

καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, η Ελλάδα θεωρείται από τις ακριβότερες χώρες»,

επισημαίνει ο κ. Υφαντόπουλος. «Μια τέτοια επέμβαση στην Ελλάδα χρεώνεται 3 –

3,3 εκατομμύρια δραχμές, ενώ στο Λονδίνο 2,2 – 2,5 εκατομμύρια δραχμές και

στις βαλκανικές χώρες από Αμερικανούς χειρουργούς 1 – 1,5 εκατομμύριο δραχμές.

Η αμοιβή ενός γιατρού στη Βρετανία είναι τρεις φορές μικρότερη από την ανάλογη

στην Ελλάδα. Τόσο στη Βρετανία όσο και στις σκανδιναβικές χώρες, το κράτος

έχει προκαθορίσει τι θα πληρώσει ο ασθενής στον ιδιώτη γιατρό».




ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ διαστάσεις έχει πάρει η φοροδιαφυγή στον ιδιωτικό τομέα της υγείας,

γεγονός που ανάγκασε το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος να καταρτίσει

πρόσφατα ειδικό επιχειρησιακό σχέδιο.

Στο σχέδιο αυτό, που έχει ημερομηνία 9 Φεβρουαρίου 1998 και υπογράφεται από

τον υπουργό Οκονομικών κ. Γιάννο Παπαντωνίου, αναφέρεται ότι στην Ελλάδα

λειτουργούν 233 ιδιωτικές κλινικές που διαθέτουν 15.727 κλίνες, έννατι 133

δημόσιων νοσοκομείων με 40.617 κλίνες. Από τις ιδιωτικές κλινικές, 45

λειτουργούν με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας, 90 με τη μορφή προσωπικής

εταιρείας και 98 ως ατομικές επιχειρήσεις. Από το σύνολο των κλινικών, 54

λειτουργούν ως αμιγώς μαιευτικές-γυναικολογικές (με 2.303 κλίνες) και ­

σύμφωνα με το σχέδιο των οικονομικών υπηρεσιών ­ «παρουσιάζουν ιδιαίτερο

φορολογικό ενδιαφέρον».

Μετά το 1980 πρωτοεμφανίσθηκαν τα Διαγνωστικά Κέντρα, που σήμερα ανέρχονται σε

425. Αυτά με τη σειρά τους συνδέονται με 1.000 περίπου επιχειρήσεις. Επιπλέον,

λειτουργούν 3.000 περίπου μικροβιολογικά εργαστήρια, καθώς και 910 εργαστήρια

πυρηνικής ιατρικής, ακτινολογικά και κέντρα ακτινοθεραπείας.

Όσον αφορά τους γιατρούς, από το σύνολο των 40.000 εν ενεργεία γιατρών, 31.000

ασκούν ιδιωτική ιατρική, έναντι 9.000 που είναι ενταγμένοι στο Εθνικό Σύστημα

Υγείας. Στον ιδιωτικό τομέα απασχολούνται, επίσης, 10.400 οδοντίατροι από το

σύνολο των περίπου 11.000.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των οικονομικών υπηρεσιών, οι αμβλώσεις και μόνον

αποφέρουν σε μαιευτήρες και μαιευτήρια το αφορολόγητο ποσό των 40-60

δισεκατομμυρίων δραχμών. «Στα παραπάνω έσοδα θα πρέπει να προστεθούν εκείνα

που προέρχονται από τις λοιπές γυναικολογικές επεμβάσεις και γενικά ιατρικές

υπηρεσίες που παρέχονται από τα μαιευτήρια και τους μαιευτήρες, χωρίς έκδοση

φορολογικών στοιχείων», σημειώνεται στο σχέδιο της ΔΟΕ. «Ως εκ τούτου, η

εκτιμώμενη ετήσια φοροδιαφυγή στον ιατρικό αυτό τομέα και μόνο, ανέρχεται σε

κάποιες δεκάδες δισ. δραχμές… Κυριότερος τρόπος φοροδιαφυγής των κλινικών

είναι η απόκρυψη εσόδων, είτε ολική είτε μερική».

Η ολοκληρωτική απόκρυψη εσόδων από νοσήλια γίνεται είτε μη καταχωρώντας τα

στοχεία του ασθενούς στο βιβλίο εισόδου – εξόδου ασθενών, είτε αναγράφοντας

κατώτερη θέση και λιγότερες ημέρες νοσηλείας, είτε μη εμφανίζοντας τα έσοδα

από παρακλινικές εξετάσεις, φάρμακα και εκμετάλλευση ασθενοφόρων κ.λπ. Επίσης,

η φοροδιαφυγή μπορεί να γίνει με διόγκωση διαπανών, όπως υπερτιμολογήσεις,

εικονικά τιμολόγια κ.ά.



ΣΕ περίπου 550 δισ. δραχμές (τα 130 περίπου από τα οποία αποτελούν

παραοικονομία) ανέρχεται η ιδιωτική δαπάνη υγείας στην Ελλάδα για το 1994,

σύμφωνα με τα συμπεράσματα μελέτης του Τμήματος Οικονομικών της Υγείας, της

Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, υπό τον καθηγητή κ. Γιάννη Κυριόπουλο. «Τα 100

δισ. περίπου από αυτά αφορούν την ιδιωτική νοσοκομειακή δαπάνη, τα 120-130 την

οδοντιατρική και τα υπόλοιπα 320-330 δισ. δραχμές τις αμοιβές ιατρικού κυρίως

προσωπικού, τόσο σε ιδιωτικά ιατρεία όσο και σε ιδιωτικές κλινικές», λέει ο κ.

Κυριόπουλος. «Το ποσό αυτό αποτελεί το 35% των συνολικών δαπανών υγείας στην

Ελλάδα και θεωρείται υψηλό, καθώς ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 10% –

25%. Μεγαλύτερο ποσοστό παρουσιάζουν μόνο η Τουρκία (με 50%) και οι ΗΠΑ (με

40%)». Ο κ. Κυριόπουλος υπογραμμίζει: «Επί δεκαετίες, ο ιδιωτικός τομέας

υγείας στην Ελλάδα κινείται στα όρια της νομιμότητας ή και έξω από αυτήν και

διαμορφώνει ελεύθερα τις τιμές του. Έχει γίνει έτσι αποδεκτή η ντε φάκτο

αύξηση των τιμών του κάθε τόσο. Η αγορά υπηρεσιών υγείας είναι από τις

μοναδικές περιπτώσεις που δεν υπάρχει κρατική παρέμβαση και έλεγχος. Ένας

ευσυνείδητος εισαγγελέας θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επέμβει». Όπως

επισημαίνει ο κ. Κυριόπουλος, το «φούσκωμα» των τιμών στις μεγάλες ιδιωτικές

κλινικές γίνεται με τις πολλές εξετάσεις και την υψηλή τεχνολογία, ενώ στις

μικρές ιδιωτικές κλινικές με την αύξηση των ημερών νοσηλείας του αρρώστου. «Ο

ανταγωνισμός του ΕΣΥ, πάντως, και η συρρίκνωση του οικογενειακού εισοδήματος

κατά την τελευταία δεκαετία, έχουν οδηγήσει σε εξαφάνιση ή ομαδοποίηση των

μικρών ιδιωτικών κλινικών, στη μείωση των επισκέψεων στους ιδιώτες γιατρούς

της γειτονιάς και την αντίστοιχη αύξηση (κατά 25% περίπου) των επισκέψεων στα

εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων και στα πολυϊατρεία του ΙΚΑ. Ο ιδιωτικός

τομέας γίνεται ολοένα και περισσότερο υπόθεση της μέσης και ανώτερης

οικονομικής τάξης. Αυτός είναι και ο λόγος που οι κατώτερες αμοιβές των

γιατρών έχουν συγκρατηθεί, ενώ οι υψηλές συνεχίζουν να αυξάνονται».



ΕΝ ΤΩ μεταξύ, το υπουργείο Υγείας λειτουργεί σαν την καμηλοπάρδαλη στο θέμα

των ιατρικών αμοιβών. Έτσι, στο προεδρικό διάταγμα του 1991 για τις αμοιβές

ιατρικών επισκέψεων και πράξεων, το οποίο ισχύει ακόμα, αναφέρεται ως τιμή,

λόγου χάρη, για τις εγχειρήσεις εντέρου, ήπατος και σπληνός και τις μεγάλες

πλαστικές επεμβάσεις 15.810 – 18.240 δραχμές, για τις μεγάλες εγχειρήσεις

σπονδυλικής στήλης, νεύρων και αγγείων 13.160 δραχμές και για τις εγχειρήσεις

όγκων θώρακα, κεφαλής κ.ά. 8.800 – 14.800 δραχμές, ενώ για τις εγχειρήσεις

στον εγκέφαλο, την καρδιά ή στον νωτιαίο μυελό 19.260 – 25.580 δραχμές!

«Δεν γίνεται καμιά ανάλυση του κόστους», λέει ο κ. Κυριόπουλος. «Υπάρχει μια

υποεκτίμηση του πραγματικού κόστους των ιατρικών πράξεων και επισκέψεων και

αντιθέτως μια υπερεκτίμηση ορισμένων τεχνολογικών εξετάσεων.

ΠΡΟΚΛΗΤΗ ΖΗΤΗΣΗ

Αυτό αποθαρρύνει τους γιατρούς από του να ασκήσουν την κλασική ιατρική (με την

κλινική εξέταση) και οδηγεί σε προκλητή ζήτηση και αυξημένη κατανάλωση

υπηρεσιών τεχνολογίας. Επιπλέον, ορισμένες νέες απεικονιστικές μέθοδοι, καθώς

και ανοσοβιολογικές, και γενετικές, δεν έχουν εισαχθεί στο επίσημο τιμολόγιο,

με αποτέλεσμα οι τιμές τους να καθορίζονται αυθαίρετα και να δημιουργείται

μονοπώλιο από δυο τρία εργαστήρια γενετικής στην Αθήνα».

Ως μοναδικό κριτήριο για την αναπροσαρμογή των επίσημων τιμών είναι ­ όπως

επισημαίνει ο κ. Κυριόπουλος ­ η επίπτωσή τους στον δείκτη τιμών και στον

πληθωρισμό. «Έτσι, γίνεται μια μετακίνηση της δαπάνης από τους ασφαλιστικούς

οργανισμούς στα οικογενειακά νοικοκυριά», προσθέτει. «Η διαπραγμάτευση μεταξύ

ασθενών και γιατρών γίνεται με όρους ελεύθερης αγοράς, ανάλογα με τον τόπο,

τον χρόνο και τους εμπλεκομένους».

ΑΞΟΝΙΚΕΣ – ΜΑΓΝΗΤΙΚΕΣ

Ως ένα «ανούσιο, εξωπραγματικό κείμενο» χαρακτηρίζεται από τον κ. Υφαντόπουλο

το επίσημο τιμολόγιο του υπουργείου Υγείας για τις ιατρικές πράξεις, το οποίο

«αυξάνει την αναρχία και διαμορφώνει μονοπώλια, αφού δεν υπάρχει πραγματική

αξιολόγηση τιμών». Έτσι, ο ασθενής δεν γνωρίζει τι πρέπει πραγματικά να

πληρώσει, δεν έχει σημείο αναφοράς. «Είναι όμως περίεργο ότι οι μόνες

διαγνωστικές πράξεις που έχουν τιμολογηθεί με πραγματικές τιμές είναι εκείνες

της υψηλής τεχνολογίας, όπως οι αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες και οι

εξετάσεις οστικής πυκνότητας για την οστεοπόρωση, κατόπιν πιέσεων των

διαγνωστικών κέντρων», υπογραμμίζει ο κ. Υφαντόπουλος.

ΚΕΣΥ ΚΑΙ ΙΣΑ

Ο πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας και καθηγητής Χειρουργικής, κ.

Βασίλης Γολεμάτης, επισημαίνει ότι η Ολομέλεια του ΚΕΣΥ έχει εισηγηθεί προς

τον υπουργό Υγείας την αύξηση της επίσημης τιμής για ιατρική επίσκεψη από τις

2.200 στις 4.000 για το ιατρείο και 5.000 για το σπίτι. Στην τιμή αυτή θα

περιλαμβάνονται και όλες οι αναγκαίες κλινικές εξετάσεις (μέτρηση της πίεσης,

τονομέτρηση κ.ά.). Σημειώνεται ότι ανάλογη πρόταση πέρυσι του ΚΕΣΥ είχε

απορριφθεί. Συζήτηση, πάντως, έχει αρχίσει στο ΚΕΣΥ και για τον καθορισμό των

αμοιβών των χειρουργών, ώστε να μην μπορούν να ζητούν οι ίδιοι όσα θέλουν.

«Πιστεύω ότι θα έπρεπε να παρέμβει και ο Ιατρικός Σύλλογος, ώστε να υπάρχει

ένα πλαφόν στις ιατρικές αμοιβές», τονίζει ο κ. Γολεμάτης.

Τι λέει άραγε για όλα αυτά ο καθ’ ύλην αρμόδιος, δηλαδή ο Ιατρικός Σύλλογος;

«Υπάρχουν πράγματι πολλές περιπτώσεις αισχροκέρδειας εκ μέρους των γιατρών,

ιδιαίτερα σε ορισμένους τομείς, όπως είναι για παράδειγμα οι πλαστικές

επεμβάσεις για αισθητικούς λόγους, όπου ζητούνται από τους ασθενείς

εξωφρενικές τιμές», λέει ο πρόεδρος του ΙΣΑ κ. Κώστας Οικονόμου. «Και είναι

επίσης γεγονός ότι οι τιμές των εξετάσεων και των νοσηλίων στον ιδιωτικό τομέα

καθορίζονται ανεξέλεγκτα, όπως και το ότι οι αμοιβές των γιατρών σε άλλες

χώρες (όπως στη Γαλλία και στην Αγγλία) είναι σαφώς χαμηλότερες. Πρέπει να

υπάρξει εκτίμηση του κόστους, καθορισμός του θεμιτού κέρδους και έλεγχος εκ

μέρους της Πολιτείας. Πρέπει να διαμορφωθούν κοινά αποδεκτά τιμολόγια, στα

οποία θα συμφωνήσουν ιατρικοί σύλλογοι και Πολιτεία. Έως σήμερα, δεν έχει

γίνει ποτέ μια τέτοια επίσημη συζήτηση».

ΜΙΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Η ιδιόμορφη σχέση αρρώστου και γιατρού ­ μια σχέση πλήρους εξάρτησης του

πρώτου από τον δεύτερο ­ εξαλείφει κάθε περίπτωση δυναμικής άμυνας του πολίτη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια δεν έχει φθάσει στον

ΙΣΑ παρά μόνο μία καταγγελία για παράλογη αμοιβή γιατρού και σε αυτή όταν

ζητήθηκαν τα στοιχεία, δεν δόθηκαν από τον ασθενή. Ο κ. Οικονόμου ρίχνει το

βάρος της ευθύνης στην Πολιτεία.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail