«Τα ίχνη της Αλβανίας δεν είναι δύσκολο να τα βρεις», λένε στα Τίρανα. Διότι

αν παντού στον κόσμο έγιναν με βήματα, στην Αλβανία γίνονται με μεγάλους

δρασκελισμούς… Μόνο έτσι μπορεί κανείς να συνδέσει την οικογένεια που ζει

στο πολυβολείο με τους εμπόρους των υπερπολυτελών κλεμμένων Ι.Χ. ή τον Σεΐτι

που στα 6 του χρόνια γύρισε μόνος του από την ελληνική στην αλβανική

πρωτεύουσα, με τη ζωή στο πολυτελές «Ρόγκνερ». Τα ίχνη της Αλβανίας είναι

ευδιάκριτα σήμερα που η χώρα βυθισμένη στη φτώχεια ξέρει ότι δεν έχει την

πολυτέλεια κανενός διλήμματος. Η χώρα ή θα ζήσει ήσυχα και οργανωμένα ή δεν θα

ζήσει… Δεν χρειάζονται λόγια για την Αλβανία και τους Αλβανούς, όπως λένε

παντού από τον Νότο μέχρι τον Βορρά… Βοήθεια χρειάζονται για να νικήσουν την

απόγνωση και την εγκληματικότητα. Διότι οι Αλβανοί δεν είναι ούτε «έθνος

εγκληματιών» ούτε «υπανάπτυκτων». Είναι ένα έθνος (με πολλές μειονότητες και

θρησκείες) που προσπαθεί να γίνει κράτος. Είναι τα φτωχά αδέλφια μας στη

γειτονιά μας.


Παιδαγωγική Αργυροκάστρου. Τα παιδιά της μειονότητας ξαναγυρίζουν στο σχολείο

Η ΑΛΒΑΝΙΑ ψάχνει τα παιδιά της στα σχολεία. Λίγο πριν από τις 10 Σεπτεμβρίου,

οι 600 δάσκαλοι οι οποίοι εστάλησαν στα σχολεία του Νότου δεν βρήκαν

περισσότερα από 200 παιδιά!

Ένα ακόμη αλβανικό ρεκόρ της εξέγερσης. Οι περισσότεροι, φοβισμένοι, έστειλαν

τα παιδιά τους στην Ελλάδα. Άλλοι τα κράτησαν στο σπίτι…

Οι δάσκαλοι άρχισαν τα μαθήματα στις άδειες τάξεις και σιγά σιγά τα παιδιά

ξεμύτιζαν φοβισμένα στους λασπωμένους δρόμους, βαστώντας τα τετράδια και τα

βιβλία. Σήμερα, η επιστροφή των μαθητών βρίσκεται σε ικανοποιητικό σημείο.

Στο ελληνικό σχολείο του Αργυροκάστρου, στις τέσσερις τάξεις, τα παιδιά της

μειονότητας είναι το ίδιο μοιρασμένα σε «ολυμπιακούς» και «παναθηναϊκούς».

Δεν έχουν όλα βιβλία (περίπου ένα στα τρία, αλλά ελπίζουμε, όπως λέει ο

υποδιευθυντής κ. Σοφοκλής Καλούδης), αλλά έχουν, όπως όλα τα παιδιά,

αισιοδοξία και μέλλον… Μπορεί στα 50 μέτρα από την αυλή να σαπίζουν σε μια

πρόχειρη χωματερή ψόφια γουρούνια και το σχολείο να μπάζει και να μυρίζει,

αλλά αυτά τα 100 παιδιά (έπρεπε να είναι περίπου 180) θα κάνουν το μάθημά τους

και μετά με τα πόδια ή με ό,τι άλλο βρουν, θα πάρουν τον δρόμο για τα χωριά

τους κοντά στο Αργυρόκαστρο ή στους Αγίους Σαράντα.



ΑΠΟ ΕΔΩ ξεκίνησαν όλα. Βέφα και Γιαλίτσα, οι δύο μεγαλύτερες παρατράπεζες που

βύθισαν την πεινασμένη Αλβανία στο χάος. Η Γιαλίτσα δραστηριοποιήθηκε κυρίως

στον Νότο και άφησε πίσω της περίπου 75.000 Αλβανούς να κοιτάνε τα κλειστά

κτίρια της τράπεζας. Με την Βέφα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Χρωστάει ίσως

σε περισσότερους, αλλά η Βέφα του Αλιμουσία δεν είναι μια απλή παρατράπεζα. Οι

δραστηριότητές της είχαν επεκταθεί σε μεγάλες εργολαβίες και στην παροχή

υπηρεσιών. Ίσως η μοναδική εταιρεία ακτοπλοΐας στην Αλβανία, η Vefa Lines, της

ανήκει, όπως και πολλά παραθαλάσσια οικόπεδα και ξενοδοχεία στις

τουριστικότερες περιοχές της χώρας. Έτσι, πολλοί Αλβανοί πιστεύουν ότι η

ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων είναι αρκετή για την εξόφληση των

χρεών της παρατράπεζας, που φθάνουν τα 250 εκατομμύρια δολάρια… Ποιος, όμως,

θα τα αγοράσει; Σήμερα, η Vefa βρίσκεται σε διαχειριστικό έλεγχο και ο

ιδιοκτήτης της, ο Αλιμουσία, δίνει καθημερινά συνεντεύξεις λέγοντας πως θα

κερδίσει στα δικαστήρια και η εταιρεία του θα μείνει αλώβητη. Τα κεντρικά της

γραφεία φυλάσσονται από «φουσκωτούς» και το παζάρι που γίνεται μπροστά, τους

γεμίζει σκόνη…



ΤΟ ΤΣΟΛΙ («μικρός» στα αλβανικά) γυροφέρνει την Πλατεία Σκεντέρμπεη… Είναι

δεν είναι 6-8 χρόνων (ο ίδιος δεν ξέρει, μόνο γελάει) και ζει μόνος του στα

Τίρανα.

Δεν ξέρει τίποτα για τους γονείς του. Ήξερε μόνο έναν Γιάννη, που πριν από δύο

χρόνια τον πήρε με άλλα παιδιά και τον έφερε στην Ελλάδα. Θυμάται την Ομόνοια

και τον Νέο Κόσμο και τα πολλά αυτοκίνητα. «Άλλοι μας έδιναν λεφτά, άλλοι όχι».

Αλλά το τσόλι δεν άντεξε. Δεν λέει περισσότερα, απλώς ότι έφυγε μια νύχτα

μόνος του (!), για να ξαναγυρίσει στα Τίρανα.

Στην Ομόνοια τον φώναζαν «Βαγγέλη» και στα Τίρανα Σέιτι.

Κι όταν φεύγοντας τον ρώτησα ποιο από τα δύο είναι το όνομά του, γέλασε πονηρά

και μου είπε: «Με 200 λεκ είναι όποιο θέλεις εσύ»…




Τρεις γυναίκες. Η Αλμπάνα (στη μέση), η Νταϊάνα (δεξιά) και η Άλμπα λένε

ότι ο Σίσυφος στην Αλβανία είναι γένους θηλυκού

ΤΟ ΑΡΝΤΕΝΙΤΣ είναι ένα μικρό χωριό του Νότου, λίγο πριν από την κοιλάδα με τις

πετρελαιοπηγές του Φίερι… Εκεί μεγάλωσε η Αλμπάνα, εκεί παντρεύτηκε κι εκεί

θα περάσει τη ζωή της. Το ξέρει αυτό από τώρα, στα 25 της.

Είναι ίσως πιο τυχερή από πολλές άλλες γυναίκες της Αλβανίας. Κρατάει το

σπίτι, αλλά και το μικρό εστιατόριο μαζί με την Νταϊάνα (αδελφή του άνδρα της)

και την 17χρονη Άλμπα ­ ανιψιά της. Ο άντρας της κάνει ό,τι οι περισσότεροι,

δηλαδή «βόλτες με τους φίλους του με τα αυτοκίνητα ­ τουλάχιστον μας αφήνει

και λίγο μόνες μας».

Έτσι, η Αλμπάνα μπορεί τουλάχιστον να βλέπει κόσμο, να μιλάει μαζί τους.

«Μερικές φορές χορεύουμε κιόλας, αλλά μόνο μέσα στο μαγαζί, μη μας δει κανείς

και μας βγάλουν το όνομα».

Γιατί αν «βγει το όνομα» ή την πρώτη νύχτα αποδειχθεί ότι η σύζυγος δεν είναι

παρθένα, τότε ο σύζυγος ξέρει τι θα κάνει. Οι περισσότερες από τις Αλβανίδες

πόρνες κάπως έτσι ξεκίνησαν, πριν φθάσουν στην Ιταλία ή στην Ελλάδα.

Η Αλμπάνα θα ήθελε να έχει γνώμη για τη διαχείριση των οικονομικών της

οικογένειας ή έστω για το καινούργιο αυτοκίνητο, αλλά ξέρει ότι δεν μπορεί

ούτε καν να το αναφέρει. Πριν ανοίξουν το μικρό εστιατόριο, η μόνη της

ευχαρίστηση ήταν η τηλεόραση και η μοναδική της έξοδος όταν ένα βράδυ την

εβδομάδα ο άντρας της την πήγαινε στη μάνα του για επίσκεψη.

Στην εξέγερση η Αλμπάνα στενοχωρήθηκε ίσως περισσότερο από τον άνδρα της για

τις δύο χειροβομβίδες που κάποιοι πέταξαν στο εστιατόριο. Έκλεισαν για έναν

μήνα το μαγαζί και η Αλμπάνα ξανακλείστηκε στο σπίτι μαζί με την Νταϊάνα και

την Άλμπα.

«Έτσι είναι τα πράγματα για τις γυναίκες στην Αλβανία», λέει η Αλμπάνα και η

17χρονη Άλμπα οργισμένη εγκαταλείπει το τραπέζι: «Όχι για μένα. Εγώ θα

ξεφύγω», λέει…



Ο ΓΙΟΝΟΥΣ Κάιμι είναι «μαλόκ», δηλαδή ορεσίβιος. (Η πιο γνωστή και σημαντική

αρχαία φυλή των Ιλλυριών, απ’ όπου υποστηρίζουν ότι κατάγονται οι σημερινοί

Αλβανοί, ήταν η φυλή των Μολοσσών.

Είχαν κατοικήσει το εσωτερικό βόρειο ορεινό τμήμα της σημερινής Αλβανίας και

πιθανολογείται ότι το «μαλόκ» έχει τη ρίζα του στους Μολοσσούς. Διάσημα παιδιά

αυτής της φυλής είναι ο βασιλιάς Πύρρος αλλά και η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Αλεξάνδρου.)

Ο Γιόνους ήρθε στα Τίρανα από την περιοχή των «μαλόκ», τον Βορρά, πριν από

τέσσερα χρόνια. Μαζί του η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του.

Οδηγός σε κρατικό κινεζικής κατασκευής φορτηγό που κάποια στιγμή έμεινε σ’

έναν χωματόδρομο.

Ο Γιόνους πήρε ό,τι είχε αξία από το φορτηγό και ήρθε στην πρωτεύουσα. Ψάχτηκε

από δω, ψάχτηκε από κει, αλλά δουλειά δεν βρήκε.

Βρήκε όμως ένα παλιό πολυβολείο, από τα μεγάλα, ένα μπούνκερ μόλις στα 2

χιλιόμετρα από τα Τίρανα.

Έβαλε εκεί την οικογένεια και έμεινε μόνος του απ’ έξω στον δρόμο, να μαζεύει

άχρηστα λάδια από τα αυτοκίνητα και να τα πουλάει στα κρατικά διυλιστήρια.

Μέσα στο μπούνκερ μπήκε η ασπρόμαυρη τηλεόραση, μερικά κρεβάτια και

κρεμάστηκαν υφάσματα από την οροφή, για να δημιουργηθεί ένα δεύτερο «δωμάτιο».

Η φωτογραφία της γιαγιάς με τα πλαστικά λουλούδια στον ένα τοίχο, μερικά τοπία

στον άλλον και το πολυβολείο έγινε «σπίτι».

Ακόμη και την πολεμίστρα μετέτρεψαν σε παράθυρο ζωγραφίζοντας πεταμένα ξύλα,

που σήμερα είναι τα «παραθυρόφυλλα» του μπούνκερ.

Ο Γιόνους έχει τέσσερα παιδιά. Όνειρά του μία βίζα για Ελλάδα για τον μεγάλο

γιο, ένας Έλληνας γαμπρός για τη μικρή του κόρη και να πάρουν στην Αμερική τον

δευτερότοκο γιο του: «Είχε περάσει πριν από καιρό ένας Αμερικανός

δημοσιογράφος που δεν είχε παιδιά και μου ‘πε ότι θα τον πάρει.

Μας έγραψε μετά ο άνθρωπος ότι είναι δύσκολο ­ πρέπει, λέει, το παιδί να ξέρει

τη γλώσσα… Πού να τη μάθει… Εσείς ξέρετε να του τη μάθετε σε κάνα δυο ώρες;»…



Η ΚΟΣΜΙΚΗ ζωή στα Τίρανα ήταν ανέκαθεν δεμένη με τα ξενοδοχεία. Επί Χότζα και

Αλία τόπος συγκέντρωσης των ξένων διπλωματών και αργότερα Αλβανών εμιγκρέδων

ήταν το ξενοδοχείο «Ντάιτι». Σήμερα, παρηκμασμένο, αφουγκράζεται κι αυτό, όπως

και όλα τα Τίρανα, τους ήχους από το «Ρόγκνερ», το πολυτελέστατο ξενοδοχείο

(αυστριακών συμφερόντων) κοντά στην Πλατεία Σκεντέρμπεη.

Εκεί υπάρχει πάντα κρατημένο το γωνιακό τραπέζι του Φάτος Νάνο και άλλων

στελεχών της αλβανικής κυβέρνησης.

Το «Ρόγκνερ» δεν ζει με τους Αλβανούς, αλλά από αυτούς. Διπλωμάτες που ακόμη

δεν έχουν βρει ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα και επιχειρηματίες (είτε διότι

χρειάζονται την επίδειξη πλούτου είτε διότι τα άλλα ξενοδοχεία είναι μάλλον

ακατάλληλα) είναι οι κυριότεροι πελάτες.

Για να κοιμηθεί κανείς στο «Ρόγκνερ» δεν χρειάζεται παρά 260 δολάρια τη βραδιά

(περίπου 75.000 δραχμές!), τιμή αρκετή για να κρατήσει έξω από τον περίβολο

ακόμη και τους περίεργους.

Τα βράδια όσοι μπορούν να πληρώσουν περίπου 20.000 λεκ (μέσος μηνιαίος μισθός

τα 10.000 λεκ ­ 20.000 δραχμές!) για ένα τραπέζι τεσσάρων ατόμων θα βρουν θέση

ακόμη και κοντά στην ορχήστρα. Οι τρεις Αλβανοί μουσικοί βασανίζονται αρκετά

με ένα περίεργο κράμα από γλυκερούς ποπ έως φανκ… αυστροελληνικούς σκοπούς.

Και μόνο λίγο πριν φύγουν το βράδυ θα τιμήσουν τη μουσική τους παράδοση,

πιάνοντας μερικά υπέροχα αργόσυρτα μοιρολόγια…

Οι περισσότεροι κάτοικοι των Τιράνων αρκούνται σε μια βόλτα στην Πλατεία

Σκεντέρμπεη και έναν εσπρέσο (50 λεκ) στα δεκάδες «καφέ», που την ζώνουν

περιμετρικά. Λίγοι θα φάνε έξω (ένα καλό γεύμα μόλις που ξεπερνάει τα 1.000

λεκ το άτομο) και ακόμη λιγότεροι θα καθήσουν κάπου μαζί με τη γυναίκα τους ή

τη φίλη τους. Ακόμη και στα Τίρανα, το βράδυ, οι γυναίκες κάθονται στο σπίτι ή

το πολύ στον δρόμο για κουβεντούλα με τις γειτόνισσες…



ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ η Αλβανία ήταν η χώρα των αετών (λόγω των ψηλών βουνών όπου

φωλιάζουν), σήμερα είναι η χώρα των (πετρελαιοκίνητων) Μερτσέντες.

Και μη βιαστεί κανείς να τους κατηγορήσει για νεοπλουτισμό. Στους αλβανικούς

δρόμους δεν αντέχει εύκολα οποιοδήποτε αυτοκίνητο και δεν συμφέρει παρά μόνον

η κίνηση με ντίζελ (120 δραχμές το λίτρο).

Ότι τα περισσότερα αυτοκίνητα είναι κλεμμένα, φαίνεται και από τις αντιδράσεις

των εμπόρων στο υπαίθριο παζάρι πολυτελών αυτοκινήτων στα 20 χιλιόμετρα νοτίως

των Τιράνων, στον δρόμο προς το Φίερι.

Άλλωστε, και ο Σκεντίρ που πουλάει την «240 D» κάνει τον Γερμανό: «Εμένα, μου

είπε αυτός που μου την πούλησε ότι ήταν δικιά του. Τώρα αν την έκλεψε, εγώ δεν

ξέρω».

Τα ίδια λένε όλοι και κλείνουν πονηρά το μάτι, ζητώντας να μη φωτογραφήσουμε

τις πινακίδες ­ οι περισσότερες γερμανικές και ιταλικές.

Εκεί βρίσκει κανείς ένα σχεδόν ολοκαίνουργιο Land Rover έναντι 3.000.000

δραχμών και μία σχετικά καινούργια Μερτσέντες στα 2.000.000 δραχμές.

Ο υποψήφιος αγοραστής μπορεί να το δοκιμάσει για 20-30 χιλιόμετρα. Αν δεν έχει

δίπλωμα, δεν πειράζει.

Πρώτον, κανείς δεν ελέγχει. Δεύτερον, μπορείς να το αγοράσεις στους…

υπαίθριους πάγκους!

Τα περισσότερα κλεμμένα αυτοκίνητα της Αλβανίας συγκεντρώνονται στο Δυρράχιο,

κυρίως από Γερμανία, Ιταλία και Ελλάδα. Νομιμοποιούνται (λόγω μη λειτουργίας

των τελωνείων) και στη συνέχεια κυκλοφορούν με αλβανικές πινακίδες.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.