|
|
ΑΦΙΕΡΩΣΕ
ΟΚΤΩ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΓΙΑ ΝΑ «ΖΩΝΤΑΝΕΨΕΙ» ΤΑ ΝΕΚΡΙΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΟΥ ΦΑΓΙΟΥΜ
|
|
Η Ευφροσύνη Δοξιάδη,
μάλιστα. Είναι μια γυναίκα που παθιάζεται. Έζησε τριάντα χρόνια στο φλεγματικό
Λονδίνο, αλλά κρατάει το μεσογειακό ταμπεραμέντο της. Αφιέρωσε οκτώ χρόνια από
τη ζωή της για να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που ήθελε ώστε να παρουσιάσει
μια πλήρη δουλειά πάνω στα πορτρέτα του Φαγιούμ, τα νεκρικά ελληνοαιγυπτιακά
πορτρέτα. Και τώρα τα έχει βάλει με το ίδιο πάθος με τη National Gallery του
Λονδίνου. «Θα συνεχίσω μέχρι θανάτου», λέει γελώντας. Κι αυτό που θέλει είναι
να αποδείξει ότι ο Ρούμπενς που αγοράστηκε για μια ολόκληρη περιουσία από τον
οίκο Κρίστις είναι απλώς ένα αντίγραφο. «Και μάλιστα κακό». Κατά τα άλλα,
μολονότι σπούδασε για χρόνια ζωγραφική, θα μπορούσε να ήταν μια εξίσου
παθιασμένη αρχαιολόγος. Ή και πολεοδόμος κληρονομιά από τον πατέρα της. Τη
φαντάζεσαι να σχεδιάζει την ανάπλαση της Αθήνας ή να συμμετέχει σε ανασκαφές.
Και πραγματικά ταιριάζει πολύ σε τέτοιους χώρους.
ΜΙΛΑΕΙ για τα Φαγιούμ,
τα νεκρικά πορτρέτα που βρέθηκαν στις αιγυπτιακές μούμιες και νομίζεις ότι
μιλάει για κάποιον που από στιγμή σε στιγμή θ’ ανοίξει την πόρτα και θα μπει
στο δωμάτιο. Ο «Αρτεμίδωρος» ή η «Δημώς» δεν είναι απλώς εικόνες ζωγραφισμένες
πριν από 2.000 χρόνια. Το γράφει και στον πρόλογο του βιβλίου της: «…
Έχοντας μείνει μόνη σ’ ένα χώρο αποθήκευσης με είκοσι περίπου πορτρέτα, μόλις
η πόρτα έκλεισε πίσω μου είχα την πολύ παράξενη αίσθηση ότι… δεν ήμουν μόνη.
Παρ’ όλο ότι οι προσωπογραφίες δεν βρίσκονταν πια πάνω στις μούμιες,
εξέπεμπαν, ωστόσο, την ενέργεια ζωντανών ανθρώπων».
Το επαναλαμβάνει και
στην κουβέντα μας με άλλα λόγια: «Είναι τα κατ’ εξοχήν έργα με τα οποία
επικοινωνείς, μπαίνεις σ’ ένα διάλογο». Υπενθυμίζει ότι και ο Αντρέ Μαλρώ
μιλούσε γι’ αυτά: «Έλεγε πως αυτό που δίνει την ένταση στα πορτρέτα είναι το
πόσο κοντά βρίσκονται στο σώμα του νεκρού». Αυτά τα 1.000 περίπου πορτρέτα,
όμως, που βρέθηκαν πάνω στις μούμιες τα περισσότερα στην κοιλάδα του
Φαγιούμ, στην όχθη του Νείλου απεικονίζοντας άντρες, γυναίκες και παιδιά,
περιφρονήθηκαν και αγνοήθηκαν. Και στην ουσία το βιβλίο της Ευφροσύνης Δοξιάδη
είναι η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά πάνω σ’ αυτά τα πορτρέτα. Ίσως, γιατί
κανένας κλάδος δεν έδειχνε διατεθειμένος να τα υιοθετήσει. «Οι αιγυπτιολόγοι
δεν ασχολούνται μ’ αυτά, γιατί, ενώ βρέθηκαν στην Αίγυπτο, δεν ήταν καθαρά
αιγυπτιακά, αφού ανήκουν στους Έλληνες της Αιγύπτου. Οι αρχαιολόγοι δεν
θέλησαν να μιλήσουν γι’ αυτά ως έργα τέχνης. Και οι ιστορικοί της τέχνης
σκέπτονταν ότι ήταν αρχαιολογικά ευρήματα και άρα όχι της απόλυτης
δικαιοδοσίας τους και της ειδικότητάς τους». Άλλωστε, τα ίδια τα πορτρέτα
έχουν κάτι το πολυσύνθετο: «Δεν τα βάζεις εύκολα σε μια κατηγορία.
Ξεγλιστρούν, γιατί είναι ελληνικά έργα, τα οποία βρέθηκαν στην Αίγυπτο στη
διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής».
«ΝΙΩΘΕΙΣ ΔΕΟΣ»
|
|
Για τη ζωγράφο
Ευφροσύνη Δοξιάδη, αυτά τα πορτρέτα ήταν ο κρίκος που συνέδεε την αρχαία
ελληνική ζωγραφική με τη βυζαντινή. «Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι μόνο ένας
ζωγράφος θα μπορούσε να ασχοληθεί μ’ αυτά και σκέφτηκα ότι ίσως είμαι εγώ
αυτός ο ζωγράφος». Γι’ αυτό και τους αφιέρωσε 8 χρόνια από τη ζωή της. Οκτώ
χρόνια, στη διάρκεια των οποίων άφηνε πίσω της το σκοτεινό Λονδίνο, όπου
έμενε, για να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, να μαζέψει στοιχεία γι’ αυτά τα
παραγνωρισμένα πορτρέτα του Φαγιούμ. Κι έφτασε στο σημείο να τα νιώθει να
«ζωντανεύουν», να της προκαλούν δέος. «Πριν από δυο εβδομάδες, καθώς κοιτούσα
στο Βρετανικό Μουσείο ένα από τα πορτρέτα, τον “Αρτεμίδωρο”, σε μια πολύ ωραία
φωτισμένη και εντυπωσιακή βιτρίνα, συνέλαβα τον εαυτό μου να κάνει το σταυρό
του. Κι έμεινα με την κίνηση στη μέση, γιατί υπήρχε κόσμος γύρω μου και
συνειδητοποίησα τι συνέβαινε. Το αντικείμενο το ίδιο σού επιβάλλεται και
νιώθεις ένα δέος και το δέος συνήθως είναι θρησκευτικό». Έφτασε να βλέπει τους
εικονιζόμενους στον ύπνο της, στα όνειρά της. Όσο χανόταν στην αναζήτηση
στοιχείων, έμπαινε αναγκαστικά και σε ξένα χωράφια, καθώς έβλεπε συνολικά αυτά
τα έργα και βίωνε μια κοινωνία προγενέστερη. Το σταυρουδάκι που ζωγραφίστηκε
στο γύψινο περιτύλιγμα του «Αρτεμίδωρου», για παράδειγμα, την έβαλε σε μια
διαφορετική αναζήτηση. Γιατί θα μπορούσε να ήταν απλώς ένα στολίδι ή και
πραγματικά ένας πρωτοχριστιανικός σταυρός. «Τώρα που ξέρουμε περισσότερα για
τον συγκρητισμό, δηλαδή για το ανακάτεμα των θρησκειών που χαρακτηρίζουν
αυτούς τους τρεις πρώτους αιώνες στην ελληνορωμαϊκή Αίγυπτο, ξέρουμε ότι ένας
χριστιανός, που εκείνη την εποχή διωκόταν, θα έπρεπε να κρύψει τη θρησκεία
του. Και θα μπορούσε, όπως ο Αρτεμίδωρος, να έχει πάνω στη μούμια σκηνές από
το βιβλίο των νεκρών των Αιγυπτίων και συγχρόνως και ένα σταυρουδάκι». Κι
επειδή ήθελε να μάθει, ρωτούσε από δω κι από κει και θυμάται αυτό που της είπε
η βυζαντινολόγος Άννα Καρτσώνη: «Θα μπορούσε ωραιότατα να ήταν μια γιαγιά,
που, όταν σκοτώθηκε ο εγγονός της, του έβαλε κι ένα σταυρουδάκι εδώ, παρ’ όλο
που όλοι πίστευαν και το μετά θάνατον των Αιγυπτίων».
ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ
Η Ευφροσύνη Δοξιάδη έχει ένα μοναδικό χάρισμα:
Διηγείται πράγματα που συνέβησαν αιώνες πριν και τα κάνει να ακούγονται σαν
παραμύθι. Σαν ιστορίες καθημερινές και σύγχρονες και κάποια στιγμή νιώθεις σαν
να ξυπνάς και συνειδητοποιείς ότι αυτά που ακούς έγιναν δυο χιλιάδες χρόνια
πριν. Ίσως, γιατί η ίδια γοητεύεται με τις περιγραφές των ανασκαφών του Πέτρι
στη Χαουάρα και τις προσπάθειές του να περισώσει τα πολύ ευαίσθητα πορτρέτα.
Γιατί διαβάζει τις επιτύμβιες στήλες σε βάθος και ζωγραφίζει στο μυαλό της
τις καθημερινές εικόνες της εποχής. «Υπάρχει το πορτρέτο μιας γυναίκας που
δολοφονήθηκε. Στη στήλη περιγράφεται όλη η ιστορία. Και το διαβάζεις σαν ένα
αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα θρίλερ», λέει και το βλέπεις στα μάτια της ότι
έχει κάνει την ακριβή αναπαράσταση του γεγονότος. Άλλωστε, το παραδέχεται ότι
θα μπορούσε να ήταν αρχαιολόγος.
Καθόμαστε σε ένα δωμάτιο – γραφείο,
γεμάτο βιβλία, ντοσιέ και χαρτιά, με θέα στον καταπράσινο κήπο. Ξεκινάει την
κουβέντα μας με έναν αφορισμό «η άποψη μου είναι ότι δεν πρέπει να έχω άποψη
για πολλά πράγματα».
Κι αργότερα γελάει, όταν μιλώντας για ένα σωρό
πράγματα, «ανασκευάζει»: «Ναι, σ’ αυτό έχω άποψη…». Το δωμάτιο είναι
ηλιόλουστο και η ίδια πολύ γελαστή και φωτεινή, κι είναι ν’ απορείς πώς μια
γυναίκα με το δικό της πάθος έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο
Λονδίνο. «Έφαγα όλα μου τα νιάτα εκεί.
Έζησα 30 χρόνια στην Αγγλία, χωρίς
να το έχω επιλέξει. Κι αισθάνομαι ότι ήμουν σε χειμερία νάρκη. Σαν ένα ζώο που
κοιμήθηκε και τώρα ήρθε εδώ και ξύπνησε».
Ξύπνησε, για να δει όχι το
παραμύθι που διαβάζει στα μάτια των πορτρέτων του Φαγιούμ, αλλά τη σύγχρονη
ελληνική πραγματικότητα. Βλέπει κάπως θυμωμένη ότι «ακριβώς εκεί που ο κοινός
νους ξέρει ποιο είναι το σωστό να γίνει, εκεί γίνεται και η χειρότερη ζημιά».
ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ
Έχει και κάποιες απόψεις, που
σε πρώτο άκουσμα μοιάζουν αιρετικές. Ακούγεται, για παράδειγμα, απότομο το
«εγώ είμαι εναντίον τού να γίνουν στην Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες».
Αλλάζει, όμως, την εντύπωση, όταν εξηγεί: «Θεωρώ πως, αν δεν λύσουμε το
κυκλοφοριακό μας πρόβλημα, ώστε να μπορεί ο κάθε Αθηναίος να πηγαίνει στη
δουλειά του χωρίς να υποβάλλεται σε μια οδύσσεια κάθε μέρα, είναι αναίδεια να
πιστεύουμε ότι μπορούμε να φέρουμε εκατομμύρια επισκέπτες. Θα γίνει τότε ένα
φρακάρισμα εφιαλτικό».
Αιρετικό ακούγεται κάπως και το ότι δεν την ενοχλεί
που τόσοι αρχαιοελληνικοί θησαυροί βρίσκονται διάσπαρτοι στο εξωτερικό. «Δεν
το βλέπω σαν κάτι φοβερό, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να επανορθωθεί», λέει
κατ’ αρχήν.
Έπειτα, την προβληματίζει και το πραγματοποιήσιμο της
επιστροφής τους. «Πριν σκεφτώ το ηθικό μέρος, όσον αφορά την επιστροφή των
Μαρμάρων του Παρθενώνα, για παράδειγμα, σκέφτομαι το ρεαλιστικό. Και νομίζω
ότι είναι ουτοπία να περιμένουμε ότι θα τα πάρουμε πίσω.
Θα προτιμούσα την
ενέργεια που βάζουμε γι’ αυτό το σκοπό να την βάζαμε για να φροντίσουμε αυτά
που έχουμε εδώ, τα οποία τα αφήνουμε να χάνονται και να φθείρονται». Άλλωστε,
«όλα αυτά είναι λιγάκι σαν πρέσβεις μας, σαν αντιπρόσωποι της Ελλάδας στο
εξωτερικό».
ΑΥΤΑ που την τραβάνε, την τραβάνε με πάθος. Έτσι όπως δούλεψε
για τα πορτρέτα του Φαγιούμ, έτσι τώρα μαζεύει στοιχεία για να αποδείξει ότι ο
«Σαμψών και η Δαλιδά» του Ρούμπενς, που εκτίθεται στη National Gallery του
Λονδίνου, είναι αντίγραφο. Δέκα χρόνια τώρα ψάχνει παντού, αλληλογραφεί με
ανθρώπους που έχουν ειδικευτεί στον Ρούμπενς, προκαλεί δημοσιεύσεις στους
«Times» και σε ειδικά περιοδικά τέχνης. Από τον οίκο Κριστι’ς, που πούλησε τον
πίνακα, και τη National Gallery, μέχρι στιγμής σιγή ιχθύος. Αλλά δεν το βάζει
κάτω. «Είναι σαν τον Δαβίδ με τον Γολιάθ. Γιατί, εκτός των άλλων, είναι και
ξένη αυτή που τους δημιουργεί το πρόβλημα αυτή την Ελληνίδα την έχουν στη
μπούκα του κανονιού. Αλλά εγώ θα το συνεχίσω μέχρι θανάτου, θα πεθαίνω και θα
λέω ότι ο πίνακας είναι πλαστός», λέει γελώντας. Δεν θέλει όμως να πλανάται η
υποψία ότι όλα αυτά γίνονται γιατί της έχει μπει έμμονη ιδέα. «Δεν έχω τη
μανία ντε και καλά να καταστρέψω τη National Gallery.
Η μανία μου είναι να
έχει κανείς το θάρρος να βλέπει τη ζωγραφική με φρέσκο μάτι και να μην ακούει
σαν ζόμπι τι λένε οι ειδικοί. Οι ειδικοί λένε ότι είναι πραγματικό. Κι εμένα
τα μάτια μου, η κρίση μου, μου λένε ότι είναι αντίγραφο και μάλιστα πολύ κακό.
Γι’ αυτό συνεχίζω την έρευνα και βρίσκω συνέχεια στοιχεία. Είναι απίστευτο
πόσο πολλά στοιχεία ανακαλύπτεις όταν ψάχνεις».
Μιλάει για όλα αυτά, όπως
και για τα ελληνοαιγυπτιακά πορτρέτα. Έχεις την αίσθηση ότι ο Ρούμπενς είναι
ζωντανός και όπου να ‘ναι θα κάνει την εμφάνισή του. Με τον ίδιο τρόπο μιλάει
και για την πολεοδομική κληρονομιά του πατέρα της, του πολεοδόμου Κωνσταντίνου
Δοξιάδη το έτερον σύγχρονο πάθος της: Να οργανώσει το αρχείο του. Έζησε την
εποχή που χαρακτήριζαν τον πατέρα της «τρελό προφήτη». Γιατί, στη δεκαετία του
’40, έλεγε ότι το 2000 θα χρειάζεσαι τρεις ώρες για να κατέβεις από την
Κηφισιά στο κέντρο της Αθήνας. «Ο πατέρας μου πίστευε σ’ αυτό που αποτελούσε
τον ορισμό της πόλης στην αρχαιότητα: Ο χώρος όπου ο άνθρωπος ήταν ασφαλής και
ευτυχής. Και σήμερα το κέντρο της πόλης είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ο
χώρος της ανασφάλειας και της δυστυχίας». Καθώς μιλάει γι’ αυτά, χάνεται πάλι
από το πλαίσιο του ζωγράφου. Το παραδέχεται. «Εκ των υστέρων βλέπω ότι θα
ήθελα να είχα γίνει πολεοδόμος. Κυρίως γιατί θαύμαζα παρά πολύ τον πατέρα μου.
Που είχε σωστές προτεραιότητες». Και πρώτη προτεραιότητα ήταν η ποιότητα ζωής.
Γιατί πίστευε ότι ο άνθρωπος έπρεπε να είναι το μέτρο και έβλεπε ότι,
αντίθετα, φτιάχναμε πόλεις που μέρα με τη μέρα γίνονταν πιο απάνθρωπες.
Η
ΓΝΩΡΙΜΙΑ της με τον Τσαρούχη ξεκίνησε στα παιδικά της χρόνια. Φίλος του πατέρα
της τότε και αργότερα δικός της φίλος. «Ναι, κολακεύομαι να πιστεύω ότι με
αγαπούσε, γιατί κι εγώ τον αγαπούσα». Της αρέσει να θυμάται τα χρόνια, τα
γεγονότα που έζησε μαζί του. Να τον θυμάται «σεμνό, κοινωνικό, να πηγαίνει
εκεί που ήταν η ζωή και η ζωντάνια». Να τον θυμάται να αρνιέται τον τίτλο του
δασκάλου. «Έλεγε, εγώ δεν είμαι δάσκαλος, δεν διδάσκω ζωγραφική, είμαι μαθητής
της ζωγραφικής».
Τον θυμάται από τότε που ήταν 18 χρόνων και είχαν πάει
στη Μυτιλήνη για το μουσείο του Θεόφιλου. «Έλεγε, ποτέ δεν είναι νωρίς για να
κάνεις κάτι. Σηκωνόταν από τις 6 το πρωί, πήγαινε στην αγορά και μετά ερχόταν
να με ξυπνήσει. Και μού ‘λεγε, είναι αργά, ετοιμάσου τεμπέλα, πάμε».
Τον
θυμάται και αργότερα, μια περίοδο που ήταν μαζί στο Παρίσι κι όπως αλλάζει
το βλέμμα της, το νιώθεις ότι εκείνη η εποχή ήταν ανέμελη και χαρούμενη. Μαζί
τους και η άλλη φίλη, η ζωγράφος Λίλα Ντε Νόμπιλι. Και οι τρεις τους να
άρχισαν να ζωγραφίζουν, να συζητάνε, να βγαίνουν έξω, να λένε τα προσωπικά
τους, να αποτελούν μια ομάδα. «Υπήρχε μια συντροφικότητα, αισθανόσουν
πραγματικά ότι ήσουν σε μια παρέα όπου ο ένας μαθαίνει από τον άλλον. Όχι ότι
εγώ είχα τίποτα να τους διδάξω, αλλά ένιωθα ότι με εκτιμούσαν».
Από τον
φίλο της Γιάννη Τσαρούχη η Ευφροσύνη Δοξιάδη έμαθε πολλά. «Το πιο σημαντικό
είναι ο σεβασμός για τη ζωή και η χρήση του χρόνου με ένα θετικό τρόπο». Έμαθε
πολλά και για την τέχνη της, αλλά και για τα πορτρέτα του Φαγιούμ, των οποίων
η μελέτη έμελλε να γίνει έργο της ζωή της. «Ο Τσαρούχης ήταν ο πρώτος που
επεσήμανε ότι, ενώ η αρχαία ελληνική ζωγραφική ήταν τόσο σημαντική και
φημισμένη, ελάχιστα πράγματα από αυτήν έχουν σωθεί. Κι επειδή τα πορτρέτα τα
είχαν κάνει ζωγράφοι που είχαν μαθητεύσει στην ελληνική παράδοση, ήθελε να τα
μελετήσει. Έπειτα, ήταν και η επαφή του με τον Κόντογλου και η μύησή του στη
βυζαντινή τεχνική. Έτσι, όταν έκανε τις αντιγραφές των Φαγιούμ, αναγνώρισε την
ίδια τεχνική. Και συμπέρανε ότι η βυζαντινή είναι η εξέλιξη της τεχνικής των
πορτρέτων».
Τον θαυμάζει απεριόριστα αλλά δεν της αρέσει όταν τη ρωτάνε
«ζωγραφίζετε σαν τον Τσαρούχη;». Γιατί λέει: «Μακάρι να ζωγράφιζα σαν τον
Τσαρούχη, ζωγραφίζω πολύ χειρότερα από τον Τσαρούχη». Αλλά, τι σημαίνει για
μια ζωγράφο η έννοια της ζωγραφικής; «Σημαίνει να μάθω να μιλάω με εικόνες.
Γιατί αυτά που λες με τις εικόνες είναι έννοιες που δεν μπορούν να ειπωθούν με
τις λέξεις. Και γι’ αυτό τα ζωγραφίζεις».
Την αγαπάει τη ζωγραφική της,
αλλά μια τα Φαγιούμ, μια ο Ρούμπενς, δεν την αφήνουν να την ευχαριστηθεί.
Τώρα, όμως, αυτός είναι ο στόχος της. «Δεν έχω χάσει την ελπίδα να ζωγραφίσω
πέντε-δέκα έργα που αντιπροσωπεύουν αυτό που έχω μέσα μου. Άλλωστε, ξέρετε
γιατί έγινα ζωγράφος; Γιατί η Ελλάδα είναι τόσο ωραία που λαχταράς να
ζωγραφίσεις. Όταν έμενα στην Αγγλία, δεν με πείραζε πολύ που δεν ζωγράφιζα.
Δεν είχα αυτό το τσίγκλισμα της ομορφιάς». Δεν θέλει όμως να ζωγραφίσει «τα
άσχημα πράγματα που έχει μέσα της». Αυτά την κουράζουν. Θέλει να ζωγραφίσει
ομορφιές, «γιατί η ζωγραφική πρέπει να ξεκουράζει την ψυχή».










