Λαύριο

ΕΔΩ Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΣΕ 22 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ

Σε μια πόλη μαθημένη στα δύσκολα, οι πολυκατοικίες Καρέλα έχουν ταυτιστεί με τη φτώχεια και την ανέχεια. Οι ένοικοί τους αντιμετώπισαν την ανεργία και τα συσσίτια δεκαετίες πριν αυτά επανεμφανισθούν και επεκταθούν στην Ελλάδα της ΕΕ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/01/2013 10:00 |
Εδώ η κρίση στοίχειωσε 22 χρόνια πριν
Η 80χρονη Ευγενία Κατσίγιαννη είναι μια από τις μαυροφορεμένες ενοίκους που γέρασαν στις πολυκατοικίες του Καρέλα. Μαζί με τον άντρα της δούλεψε στην κλωστοϋφαντουργία του Λαυρίου και ζει στα διαμερίσματα που έχτισε η επιχείρηση

Λίγα τετράγωνα μακριά από την είσοδο του Λαυρίου, τόσο κοντά στο λιμάνι που μπορείς να γευτείς την αλμύρα της θάλασσας, πλάι στο κουφάρι μιας κλωστοϋφαντουργίας, ορθώνονται οι πολυκατοικίες της κρίσης. Οι ένοικοί τους τράφηκαν από τα συσσίτια δύο δεκαετίες πριν αυτά εμφανιστούν στις γειτονιές της Αθήνας. Εδώ, πίσω από κάθε πόρτα υπήρχε άνεργος ή ημιαπασχολούμενος όταν ακόμη δεν είχε σκάσει η φούσκα της ανάπτυξης στην υπόλοιπη χώρα. Κάποιοι κατάφεραν να ξεφύγουν. Αλλοι εγκλωβίστηκαν. Και οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι.
Τις αποκαλούν Πολυκατοικίες του Καρέλα, από το όνομα του ιδιοκτήτη της κλωστοϋφαντουργίας Αιγαίον. Χτίστηκαν στα μέσα του '60 για να φιλοξενήσουν υφάντριες και κομποδέτες. Αρχές του '90 όμως η επιχείρηση πτώχευσε, αφήνοντας 1.500 ανέργους. Ακολούθησαν έξι ακόμη λουκέτα σε ένα κύμα αποβιομηχάνισης που έπνιξε την κοινωνία του Λαυρίου.
Ηταν Οκτώβριος του '91 όταν 250 οικογένειες περίμεναν σε ουρές τη διανομή τροφίμων και στους δρόμους ανέμιζαν μαύρες σημαίες. Ο τότε δήμαρχος Κωνσταντίνος Πόγκας παρομοίαζε τις εικόνες με εκείνες της Κατοχής (όπως πολλοί κάνουν και σήμερα) και δήλωνε στον Τύπο ότι θα στήνονταν καζάνια με μαγειρεμένο φαγητό στα σχολεία της πόλης.
Τότε άρχισε και η παρακμή των δύο πολυκατοικιών. Παράθυρα έσπασαν και στη θέση τους μπήκαν νάιλον τσιρότα. Σωλήνες ράγισαν και δεν κολλήθηκαν ξανά. Κάποιοι σταμάτησαν να πληρώνουν για τον καθαρισμό των βόθρων. Το ρεύμα κόπηκε και επανασυνδέθηκε. Οι ανελκυστήρες πάγωσαν στην ακινησία. Σίδερα σκούριασαν, τοίχοι δεν ασβεστώθηκαν, αυτοκίνητα αποσύρθηκαν στις αυλές. Οροφοι άδειασαν και όροφοι γέμισαν. Στη θέση όσων έφυγαν στα χωριά, ήρθαν παιδιά συνταξιούχων που δεν τους έπαιρνε να ζουν στο νοίκι. Η διαβίωση στις πολυκατοικίες της κρίσης - τουλάχιστον - είναι δωρεάν.

«Οταν είχα έρθει τρόμαξα λίγο. Είχα μάθει να ζω αλλιώς. Αλλά προσαρμόστηκα. Καλύτερα στο κλουβί παρά στο νοίκι» λέει η Ελευθερία Δημητροπούλου. Πριν από δέκα χρόνια επέστρεψε στο πατρικό του άνδρα της όταν ο πεθερός της, παλιός εργαζόμενος στην κλωστοϋφαντουργία Αιγαίον, απέκτησε σπίτι σε άλλες εργατικές κατοικίες. Και ο σύζυγός της Βασίλης είχε δουλέψει στην κλωστοϋφαντουργία του Καρέλα στα 17 του. Σήμερα εργάζεται σε βενζινάδικο. Εκείνη, εποχική εργαζομένη σε ξενοδοχεία, φέτος έμεινε χωρίς απασχόληση.
«Τώρα δεν έχω πολλές επιλογές. Για να πάω αλλού, για να βρω ένα περιβάλλον που θα με ικανοποιεί, θα πρέπει να στερήσω κάτι από τους δύο γιους μου. Εάν φτιαχτούν οι πολυκατοικίες πιστεύω ότι θα έρθουν και άλλοι» λέει.

ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ. «Ηταν φτωχομάνα και παιδομάνα η πολυκατοικία του Καρέλα» λέει η 80χρονη Ευγενία Κατσίγιαννη, μία από τις μαυροφορεμένες ενοίκους που γέρασαν σε αυτά τα κτίρια. Δεν έχει άδικο. Το εργοστάσιο είχε μαζέψει ανειδίκευτους εργάτες από τα χωριά και συχνά οι νέοι που έμπαιναν στην παραγωγική διαδικασία ήταν αμούστακοι ακόμη. «Ο άνδρας μου δούλευε στις δημοσιές του Πύργου Ηλείας και μόλις άκουσε μια μέρα στην αγορά ότι ψάχνουν για εργάτες στο Λαύριο τα φόρτωσε και δρόμο. Ηρθαμε εδώ. Εκείνος γράσωνε τα αργαλειά και εγώ ήμουν καθαρίστρια. Εβαλα και το παιδί μου στο εργοστάσιο όταν πήγαινε Β' Γυμνασίου. Ηταν καλά. Μας πλέρωναν κάθε Σάββατο. Δούλευε όμως ο κόσμος. Τα έπαιρνε με τον ιδρώτα του» θυμάται.
Η Εφη Λάιου είναι άλλη μία από τους παλιούς ενοίκους των πολυκατοικιών. Είχε μετακομίσει στο Λαύριο μετά τον θάνατο της μητέρας της. Αν και είχε εκπαιδευτεί ως νοσοκόμα, της πρότεινε ένας γνωστός της να γίνει υφάντρια. Δούλεψε 24 χρόνια μέχρι το λουκέτο. Στην εξώπορτά της, όπως και σε πολλά διαμερίσματα, υπάρχουν ακόμη οι ταμπέλες με τα ονόματα των ενοίκων, τις ειδικότητές τους στο εργοστάσιο, την ημερομηνία εγκατάστασής τους. Μόλις κάποιος έβγαινε στη σύνταξη έπρεπε να παραδώσει και τα κλειδιά της οικίας. Και τα δύο κτίρια είχαν θυρωρούς. Κάθε όροφος είχε κοινόχρηστα πλυντήρια. Πρόβλεψη για κεντρική θέρμανση δεν υπήρχε. Τοποθετούσες δική σου σόμπα.
Σήμερα τουλάχιστον παραμένουν χρήσιμες. «Στην αρχή ήμουν στον πέμπτο όροφο αλλά όταν ήρθαν υπάλληλοι μας κατέβασαν στον πρώτο. Εδώ κοιμόμασταν εγώ και άλλες τέσσερις κοπέλες. Σωστός στρατώνας» λέει η κ. Λάιου και δείχνει το δωμάτιό της. Μικρό σαν περιστερώνας.
Οταν μπήκαν σε αυτά τα διαμερίσματα οι πρώτοι ένοικοι, η εταιρεία τούς παρείχε δωρεάν νερό και ρεύμα. Το μίσθωμα ήταν ένα υποτυπώδες ποσό. Μία δραχμή, δύο δραχμές που κρατούνταν από τον μισθό τους ίσα για να θεωρούνται οι κάτοικοι ένοικοι και να μη τα διεκδικήσουν με τα χρόνια ως χρησικτησία. Ο Μιχάλης Αναστάσης εγκαταστάθηκε εκεί το 1979. Ηταν 14 ετών τότε. Εφυγε από την Κω και έσμιξε με την οικογένειά του που είχε ήδη στεγαστεί στις πολυκατοικίες του Καρέλα. Πρώην ψαράδες που μπήκαν στα μασούρια. Επιασε δουλειά στο εργοστάσιο ανήλικος ακόμη. Αφού έκλεισε η επιχείρηση εισέπραξε τμηματικά - μέσα σε δύο δεκαετίες - την αποζημίωσή του, ακόμη όμως του οφείλονται όπως λέει 2.300.000 δραχμές από την επίσχεση εργασίας. Σήμερα κάνει σκόρπια μεροκάματα σε οικοδομές. Είναι τυχερός, λέει, που η γυναίκα του εργάζεται σε σουπερμάρκετ. «Τα σπίτια δεν είναι ούτε δικά μας ούτε δικά τους. Η εταιρεία που αγόρασε τις παλιές εγκαταστάσεις του εργοστασίου μάς έστειλε εξώδικα για να φύγουμε. Αλλά επειδή μας χρωστούσαν χρήματα μείναμε εδώ. Από το 1997 όμως δεν μας ενόχλησε κανείς» τονίζει.
Από το μπαλκόνι του βλέπει να απλώνονται οι εκτάσεις της παλιάς κλωστοϋφαντουργίας. Ενα μεγάλο κομμάτι τους έχει αξιοποιηθεί. Χτίστηκε εκεί ένα Jumbo, άνοιξαν εστιατόρια και άλλοι εμπορικοί χώροι. Δίπλα τους όμως συνεχίζεται η αποσύνθεση στα ερείπια τής Αιγαίον.
Το παράδειγμα της επιχείρησης μιμήθηκαν το '90 η ΕΜΜΕΛ, τα Κλωστήρια Λαυρίου, η ΒΕΛΠΕΞ, η ΑΒΕΛ- Μεταλλευτική, η Τεχνοκράφτ, η Best Boats. Ερευνα του Δήμου Λαυρεωτικής το 1995 υπολόγιζε τους ανέργους σε 807 στην πόλη και σε 2.000 στην ευρύτερη περιοχή. Η περιοχή είχε εισέλθει και παλαιότερα σε κύκλους κρίσης. Το 1977 η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου διέκοψε τις μεταλλευτικές δραστηριότητές της παρασύροντας σε ένα ντόμινο κατάρρευσης όλες τις μεγάλες βιομηχανίες της περιοχής. Γραμμές παραγωγής μεταφέρθηκαν σε μέρη με περισσότερες προοπτικές και πάνω από το 20% του πληθυσμού εγκατέλειψε την πόλη για να ξεφύγει από την ανεργία. Οσοι έμειναν πάντως δεν ήταν αβοήθητοι.

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ. «Τότε υπήρχε μεγάλη ανταπόκριση στο κάλεσμα για αλληλεγγύη. Ολη η Ελλάδα μπορούσε να βοηθήσει. Σήμερα είναι πιο δύσκολη η κατάσταση. Ολη η χώρα υποφέρει» παρατηρεί ο Συρίγος Βάλσαμος, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λαυρίου. Μια έκφανση της σημερινής αλληλεγγύης είναι σύμφωνα με τον ίδιο οι επανασυνδέσεις ρεύματος όπου το κόβει η ΔΕΗ. Μέλη της Λαϊκής Επιτροπής Λαυρεωτικής (απαρτίζεται κυρίως από μέλη του ΠΑΜΕ) υπολογίζουν ότι έχουν επανασυνδέσει το ρεύμα τουλάχιστον σε 150 νοικοκυριά του Λαυρίου τα τελευταία δύο χρόνια.
Μαθημένοι εδώ και καιρό στην κρίση και στις δυσκολίες, οι κάτοικοι των πολυκατοικιών του Καρέλα δεν κρύβουν από τους γείτονες τα προβλήματά τους. Εύκολα μεταφέρονται τα νέα από όροφο σε όροφο. Οχι γιατί οι λεπτές μεσοτοιχίες δεν συγκρατούν τα μυστικά. Αλλά γιατί δεν διστάζει ο κόσμος να μιλήσει. «Δεν είμαστε σαν άλλες πολυκατοικίες που φοβάται ο ένοικος μήπως μαθευτεί ότι του έχουν κόψει το ρεύμα» λέει η Ελευθερία Δημητροπούλου. «Εδώ αν κάποιος δεν έχει να φάει το μαθαίνουμε. Εδώ ξέρουμε ποιος υποφέρει».
Νοσταλγούν τις καλές ημέρες
Τα θεμέλια των πολυκατοικιών Καρέλα μπήκαν το 1964 και δύο χρόνια μετά υποδέχτηκαν τους πρώτους ενοίκους. Εργάτες του Καρέλα ήταν και εκείνοι που δούλευαν στα μπετά βοηθώντας στο χτίσιμο. Η κλωστοϋφαντουργία τότε πήγαινε καλά. Η επιχείρηση επεκτεινόταν. Είχε μονάδες στον Πειραιά και αργότερα στο Αστρος και στη Σύρο. Στις διηγήσεις τους οι παλιοί εργαζόμενοι μιλούν για τα δώρα που έπαιρναν κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα: τις γαλοπούλες, τις κουβέρτες και τα σεντόνια, το πρατήριο όπου μπορούσαν να ψωνίζουν μισοτιμής. Νοσταλγούν εκείνες τις ημέρες. Σήμερα άλλωστε αρκετοί από αυτούς έχουν άνεργα παιδιά και εγγόνια.