Οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι κάτι καινούργιο· εμφανίζονται κυκλικά, αλλά σήμερα αποκτούν ιδιαίτερο βάρος λόγω γεωπολιτικών και οικονομικών μεταβολών. Το ερώτημα δεν είναι αν θα «σπάσουν», αλλά προς τα πού μετατοπίζεται η ισορροπία μέσα στη Δύση. Η Γαλλία, ειδικά υπό τον Εμανουέλ Μακρόν, προωθεί την ιδέα της «στρατηγικής αυτονομίας» της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αυτό σημαίνει στην πράξη λιγότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ στην άμυνα, ανεξάρτητη βιομηχανική και ενεργειακή πολιτική καθώς και δυνατότητα αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής (π.χ. Κίνα, Μέση Ανατολή).
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας στο ΝΑΤΟ και την ευθυγράμμιση των Ευρωπαίων σε κρίσιμα ζητήματα όπως η Κίνα και η Ρωσία. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βασική σύγκρουση. Είτε αυτονομία είτε συνοχή, υπό αμερικανική ηγεσία. Παράλληλα, η ένταση έχει αυξηθεί λόγω του αμερικανικού Inflation Reduction Act (δασμοί εις βάρος ευρωπαϊκών προϊόντων), ενεργειακών διαφορών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία (δηλαδή τρομερά αμερικανικά κέρδη) και του εμπορικού προστατευτισμού. Η Γαλλία βλέπει τις ΗΠΑ, όχι μόνο ως σύμμαχο αλλά και ως ανταγωνιστή που απορροφά σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Υπάρχουν επίσης και σημαντικές γεωπολιτικές αποκλίσεις. Υφίστανται, δηλαδή, διαφορές σε κρίσιμα μέτωπα. Οπως οι σχέσεις με την Κίνα (η Γαλλία θέλει «ισορροπία», όχι πλήρη ρήξη), τη Μέση Ανατολή (πιο ανεξάρτητη γαλλική διπλωματία) αλλά και την Αφρική (όπου η γαλλική επιρροή μειώνεται και οι ΗΠΑ κινούνται πιο διακριτικά). Ολα αυτά βέβαια δεν σηματοδοτούν κάποια ρήξη. Συνιστούν απλά μια «ψυχρή διαπραγμάτευση». Παρά τις όποιες εντάσεις, η πυρηνική και στρατιωτική συνεργασία παραμένει ισχυρή, το ΝΑΤΟ ενισχύθηκε μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ η Γαλλία δεν έχει ρεαλιστική εναλλακτική λύση ασφάλειας χωρίς τις ΗΠΑ. Δεν πάμε λοιπόν σε προοπτική διάσπασης, αλλά σε αναδιαπραγμάτευση ρόλων μέσα στη Δύση.
Οδηγούμαστε σε μια κατάσταση όπου οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να παίζουν ρόλο στρατιωτικού πυλώνα, ενώ η ΕΕ (με αιχμή τη Γαλλία) θα είναι πιο αυτόνομος οικονομικός/πολιτικός πόλος. Θα έχουμε περισσότερες συγκρούσεις χαμηλής έντασης (εμπόριο, τεχνολογία, ενέργεια) αλλά όχι γεωπολιτική ρήξη.
Η πραγματική ρήξη Ευρώπης – Αμερικής μέσα στην επόμενη δεκαετία είναι πιθανή σαν μερική αποσύνδεση, αλλά όχι σαν πλήρης γεωπολιτική ρήξη. Η Γαλλία επίσης πιέζει για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, αλλά την ίδια στιγμή οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης εμπιστεύονται περισσότερο τις ΗΠΑ. Την ίδια ώρα, η Ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Βαλτικές) φοβάται τη Ρωσία και «κρατιέται» κοντά στην Ουάσιγκτον. Η τελική κατάσταση είναι περισσότερη ευρωπαϊκή άμυνα μέσα στο ΝΑΤΟ, όχι όμως έξω από αυτό.
Εκεί όπου η σύγκρουση θα είναι σκληρή είναι στην οικονομία. Η ένταση θα μεγαλώσει στη βιομηχανική πολιτική (επιδότηση Vs δασμών), στην τεχνολογία (τεχνητή νοημοσύνη, chips, data) και στην ενέργεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν όλο και πιο «εθνικά» οικονομικά. Η Γαλλία και η ΕΕ απαντούν με έναν light προστατευτισμό. Αυτό είναι ένα πεδίο όπου μπορεί να υπάρξει de facto σκληρός ανταγωνισμός Δύσης με Δύση.
Αν οι ΗΠΑ πιέσουν για πλήρη οικονομικό διαχωρισμό, εκεί μπορεί να προκύψει σοβαρή ρωγμή. Ο Εμανουέλ Μακρόν ουσιαστικά δοκιμάζει τα όρια – μέχρι πού δηλαδή μπορεί να πάει η Ευρώπη χωρίς να τα σπάσει με τις ΗΠΑ. Αυτό που φαίνεται πάντως, επί του παρόντος, είναι πως η Δύση δεν διαλύεται, αλλά παύει να είναι μονολιθική.








