Αν αναζητούσε κάποιος μία λέξη για να περιγράψει τη σημερινή πολιτική κατάσταση της χώρας, αυτή θα ήταν η «ρευστότητα». Οι ευρωεκλογές, η τελευταία εθνικού χαρακτήρα κάλπη, αποτύπωσαν με σαφήνεια την αποδυνάμωση των παραδοσιακών πολιτικών ισορροπιών και την αδυναμία σταθερής εκπροσώπησης ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών ακροατηρίων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, διαμορφώνονται πλέον οι συνθήκες για την αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων αλλά και για την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών.
Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τη διάθεση των πολιτών και να προβλέψουμε τις πολιτικές εξελίξεις, εξακολουθούμε να βασιζόμαστε κυρίως στη διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς και στο πώς θα αναδιαταχθούν οι πολιτικές δυνάμεις μέσα σε αυτήν.
Στον χώρο της Δεξιάς η εικόνα εμφανίζεται σχετικά πιο σταθερή. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κυριαρχεί πολιτικά, καταγράφοντας ωστόσο απώλειες προς τα δεξιά της. Την ίδια στιγμή επιχειρεί να διατηρήσει την υπεροχή της στους κεντρώους ψηφοφόρους, ώστε να εξασφαλίσει ασφαλή απόσταση από το δεύτερο κόμμα και να εισέλθει στις εκλογές με όρους πολιτικής κυριαρχίας.
Αντίθετα, στην αριστερή πλευρά της ιδεολογικής κλίμακας η εικόνα παραμένει περισσότερο ρευστή. Το ΠΑΣΟΚ, που τύχη αγαθή του έδωσε τρία χρόνια πολιτικής ελευθερίας να οικοδομήσει πολιτική ηγεμονία στον χώρο, δεν κατάφερε μέχρι στιγμής να υπερβεί τον εαυτό του και να μετατραπεί από κόμμα μνήμης σε κόμμα προοπτικής. Το κενό που άφησε η αδυναμία αυτή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την επαναφορά του Αλέξη Τσίπρα σε ρόλο πρωταγωνιστή, με το δικό του πάντα πολιτικό φορτίο από την προηγούμενη διακυβέρνησή του.
Ιδανικά λοιπόν η επιδίωξη των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων είναι η επικαιροποίηση της διαίρεσης Αριστερά – Δεξιά καθώς αυτή είναι γνωστή και εύκολα διαχειρίσιμη.
Ομως υπάρχει μια πιο σημαντική διαίρεση και την οποία η πολιτική τάξη της χώρας δεν προσεγγίζει. Είναι μεταξύ των ορθολογιστών πολιτών, εκείνων που αποδέχονται τους θεσμούς και τη δημοκρατία, και των αποστασιοποιημένων πολιτών που κατά τεκμήριο εκφράζουν δυσπιστία προς τους θεσμούς και νομιμοποιούν στη συνείδησή τους περιθωριακές συμπεριφορές.
Αυτή η διαίρεση αναδύθηκε στα χρόνια των Μνημονίων και δεν έχει γεφυρωθεί, αλλά έχει πλέον αποκτήσει διάσταση χωρίς ιδεολογικό πρόσημο και εκφράζεται από μικρότερα κόμματα που συμμετέχουν μεν στο όνομα της Δημοκρατίας στις εκλογικές διαδικασίες, τις απορρίπτουν δε στην πράξη με την κοινωνική και κοινοβουλευτική τους συμπεριφορά όταν έχουν εκπροσώπηση.
Χωρίς αμφιβολία δεν είναι η πρώτη φορά που η κοινωνία βιώνει αδιέξοδο, απλώς είναι η πρώτη φορά που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να βάλει πλαίσιο, να θέσει στόχο και να προτείνει τα μέσα για την αποφυγή του. Ετσι σήμερα γίνεται η διαχείριση μιας κοινωνίας σε αμηχανία και παραίτηση, με το τελευταίο να είναι και η πηγή των προβλημάτων μας.
Στο ερώτημα ποιος θα μπορούσε να φέρει ανατροπές και να κερδίσει τις εκλογές η απάντηση προφανής: εκείνος ή εκείνη που θα νοηματοδοτήσει ξανά τη ζωή μας.
Η Μαρία Καρακλιούμη είναι πολιτική αναλύτρια, CEO Spin Communications & SpearMind.AI








