Περίπτωση πρώτη: Αρχές Μαρτίου, ομάδα εφέδρων της ισραηλινής Συνοριοφυλακής συνέλαβαν μέσα σε τέμενος στη Λοντ, μια «μεικτή πόλη» στο κεντρικό Ισραήλ, έναν 22χρονο Παλαιστίνιο, κάτοικο της Ανατολικής Ιερουσαλήμ. Υποστήριξαν πως σχεδίαζε τρομοκρατική επίθεση «στο άμεσο μέλλον». Πλάνα από την κάμερα που έφερε ένας από τους αστυνομικούς παρουσιάστηκαν σε «αποκλειστικό» ρεπορτάζ του (ακρο)δεξιού δικτύου Channel 14 News με τίτλο «Εγχώρια τρομοκρατία εν μέσω πολέμου». Ο 22χρονος, μετέδωσε το κανάλι, ανακρινόταν από τη Σιν Μπετ και η κράτησή του είχε παραταθεί. Ο εξτρεμιστής υπουργός Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ, ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, έσπευσε να αναδημοσιεύσει το ρεπορτάζ στα σόσιαλ μίντια. «Η Λοντ δεν θα μετατραπεί σε άβατο», διακήρυξε. «Οποιος υποκινεί, στηρίζει την τρομοκρατία ή βάφει με σπρέι σημαίες του εχθρού θα έρχεται αντιμέτωπος με τη σιδερένια γροθιά της Ισραηλινής Αστυνομίας. Μηδενική ανοχή». Στην πραγματικότητα, ο 22χρονος δεν οδηγήθηκε ποτέ ενώπιον δικαστηρίου για παράταση της κράτησής του. Και ουδέποτε του απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Αφέθηκε ελεύθερος μόλις λίγες ώρες μετά την προσαγωγή του. Την υπόθεση ανέδειξε η Haaretz.

Περίπτωση δεύτερη: Στις 29 Απριλίου, ένα περιπολικό σταμάτησε έξω από το εστιατόριο του Τελ Αβίβ όπου ο Νικολάι εργαζόταν ως μάγειρας – ο 23χρονος έφτασε στο Ισραήλ από την Ουκρανία τον Νοέμβριο του 2025, ακολούθησε τα ετεροθαλή αδέλφια του, εβραίους πολίτες που ζουν στη χώρα. «Μην ανησυχείς», του είπαν οι αστυνομικοί. «Μερικές ερωτήσεις έχουμε μόνο». Λίγα λεπτά αργότερα του πέρασαν χειροπέδες και τον μετέφεραν από το αστυνομικό τμήμα του Τελ Αβίβ σε εγκαταστάσεις της Αρχής Πληθυσμού και Μετανάστευσης στη Λοντ.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, οι αστυνομικοί αρνούνταν να του εξηγήσουν γιατί είχε συλληφθεί. Την κατηγορία την άκουσε για πρώτη φορά την επόμενη ημέρα, κατά την ακρόασή του στο δικαστήριο: επαφές με «εχθρούς του Ισραήλ». «Τους είπα ότι δεν έχω καμία επαφή, ότι δεν έχω μιλήσει ποτέ με τέτοιους ανθρώπους. Την τρίτη φορά που με ρώτησαν, τους είπα ότι θεωρώ το Ιράν και τη Ρωσία δύο δικτατορίες και ότι το Ισραήλ, όπως και η Ουκρανία, αγωνίζεται για την ανεξαρτησία του». Οι εξηγήσεις του, ωστόσο, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.

Χωρίς να του παρουσιαστούν αποδεικτικά στοιχεία και χωρίς να διεξαχθεί περαιτέρω έρευνα, αποφασίστηκε η ανάκληση της άδειας παραμονής του και η μεταφορά του στις φυλακές Γκιβόν – από την έναρξη της ολομέτωπης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, το Ισραήλ έχει χορηγήσει καθεστώς προσωρινής προστασίας στους ουκρανούς πολίτες, ανανεώνοντας περιοδικά τις άδειες παραμονής τους. Κατά τη διαδρομή, ο Νικολάι ενημερώθηκε ότι επρόκειτο να απελαθεί και ότι θα απαγορευόταν η είσοδος στο Ισραήλ και στους συγγενείς του. Μπορούσε βέβαια να προσλάβει δικηγόρο, του είπαν, αλλά αυτό δεν θα άλλαζε την έκβαση, απλώς θα τον επιβάρυνε με σημαντικά δικαστικά έξοδα.

Παρ’ όλ’ αυτά, η οικογένειά του απευθύνθηκε σε δύο δικηγόρους – ο ένας μάλιστα, ο Αλεξ Ζερνοπόλσκι, είναι και επίτιμος πρόξενος της Ουκρανίας στο Ισραήλ. Ο Νικολάι παρέμεινε κρατούμενος στην Γκιβόν σχεδόν έναν μήνα. Μέχρι που, ξαφνικά, οι ισραηλινές Αρχές αναθεώρησαν και ενημέρωσαν το δικαστήριο ότι δεν επιδίωκαν πλέον την απομάκρυνσή του από τη χώρα.

Ενας δικαστής του ισραηλινού Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Χάλεντ Καμπούμπ, χαρακτήρισε τις ενέργειες των Αρχών «προβληματικές», διατάσσοντας την Αρχή Μετανάστευσης να υποβάλει ένορκη δήλωση σχετικά με την αλληλουχία των γεγονότων. «Το Ισραήλ είναι κράτος δικαίου. Ακριβώς γι’ αυτό, περιπτώσεις τόσο κατάφωρης αυθαιρεσίας πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα και αποφασιστικά», σχολίασε ο Αλεξ Ζερνοπόλσκι. Την υπόθεση ανέδειξε η Haaretz.

Περίπτωση τρίτη: Τον Νοέμβριο του 2024, η κυβέρνηση Νετανιάχου αποφάσισε να διακόψει τις εμπορικές σχέσεις με τον όμιλο Haaretz, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών διαφημίσεων και της αγοράς συνδρομών για δημοσίους υπαλλήλους. Τον Ιανουάριο του 2025, η γενική εισαγγελέας γνωμοδότησε ότι η εντολή είναι παράνομη ζητώντας την ανάκλησή της. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, τριμελής επιτροπή του Ανώτατου Δικαστηρίου εξέδωσε προσωρινή διαταγή καλώντας την κυβέρνηση να αιτιολογήσει γιατί δεν πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση διακοπής των σχέσεων με την εφημερίδα Haaretz.

Τον περασμένο Ιανουάριο, η κυβέρνηση κατέθεσε ένορκη δήλωση, υποστηρίζοντας ότι η Haaretz ενεργεί κατά του κράτους και συνεπώς δεν υπάρχει υποχρέωση στήριξής της με δημόσιους πόρους. Η εφημερίδα και τα άρθρα της «χρησιμοποιούνται καθημερινά από όσους μισούν το Ισραήλ και από αντισημίτες», διαβεβαίωσε. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ εξέτασε χθες τις προσφυγές κατά της κυβερνητικής απόφασης. Η Haaretz «απονομιμοποιεί το κράτος και τον στρατό», αποφάνθηκε ο δικηγόρος της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας πως η συνέχιση των διαφημιστικών και συνδρομητικών σχέσεων θα δημιουργούσε «φαινόμενο νομιμοποίησης εκ μέρους του κράτους». «Να υποθέσω ότι κάθε φορά που το κράτος διαφημίζεται σε μια εφημερίδα συμφωνεί ουσιαστικά με όσα δημοσιεύει και την καθιστά φερέφωνό του;», αναρωτήθηκε ο δικαστής Χάλεντ Καμπούμπ.

Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται. Στο μεταξύ, ακόμα και η ισραηλινή αντιπολίτευση, πολιτικοί κεντρώοι και δεξιοί όπως ο Γιαΐρ Λαπίντ και ο Ναφτάλι Μπένετ αντίστοιχα, καταγγέλλει πλέον την κυβέρνηση Νετανιάχου πως η κοντόφθαλμη πολιτική που προκρίνει «συνίσταται στο να χαρακτηρίζουμε τους πάντες αντισημίτες».

Υπογραφή: Μία συνδρομήτρια της Haaretz.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail