Η νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την Τουρκία σηματοδοτεί μια ποιοτική αλλαγή στις επιλογές και τις προθέσεις του Ερντογάν. Ο βασικός του στόχος δεν είναι μια άμεση κλιμάκωση στα ελληνοτουρκικά ή η πρόκληση ενός θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο.
Μπορεί να συμβεί, αλλά θα είναι ένα «ατύχημα» ή παρενέργεια, όχι ο απώτερος σκοπός της κίνησής του. Περιβάλλοντας με την ισχύ νόμου ένα δόγμα εξωτερικής πολιτικής, ο Ερντογάν αποσκοπεί στη δημιουργία μιας κληρονομιάς που δεν θα είναι εύκολο να ανατραπεί στο ορατό μέλλον από τους διαδόχους του, είτε αυτοί προέρχονται από το δικό του κόμμα είτε από τη σημερινή ή κάποια νέα μελλοντική αντιπολίτευση.
Οπως έχει μάθει με κόστος η Ελλάδα από την 25ετή περιπέτεια του μακεδονικού ζητήματος, όταν η εξωτερική πολιτική υπόκειται στους νόμους του εσωτερικού ανταγωνισμού, το αποτέλεσμα είναι μια πλειοδοσία στην οποία κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί.
Η αλλαγή μιας «εθνικής θέσης» απαιτεί μεγάλους χρόνους ωρίμανσης και ειδικές συγκυρίες, που δεν προκύπτουν εύκολα. Με το νομοθέτημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» ο Ερντογάν δημιουργεί μια «εθνική θέση» από την οποία όποιος αποτολμήσει στο μέλλον να αποστεί, θα κινδυνεύει να στιγματιστεί, ενώ πλειοδότες πατριωτισμού θα υπάρχουν πάντοτε σε υπερεπάρκεια. Ο μόνος που θα μπορεί να τη διαπραγματευτεί θα είναι ο ίδιος – για όσο υπάρχει.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αδιάφορη για όσα συμβαίνουν στην ελληνική πολιτική σκηνή. Πέρα από το κυβερνών κόμμα, επικρατεί ένας πλήρης κατακερματισμός. Δεν είναι σαφές πόσα από τα σημερινά κόμματα θα φτάσουν στην κάλπη, αλλά κατά γενική εκτίμηση στην επόμενη Βουλή είναι πολύ πιθανό να βρίσκεται μια πανσπερμία σχηματισμών. Το επόμενο κόμμα που θα δημιουργηθεί είναι εκείνο υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Μετά την πρόσφατη νέα κοινή παρουσία του σε δημόσια εκδήλωση με τον Κώστα Καραμανλή, είναι φανερό πως και οι δύο έχουν διαρρήξει κάθε ψυχικό, πολιτικό και ιδεολογικό δεσμό με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη – και πολύ περισσότερο με τον ίδιο. Η κριτική που του ασκούν οι πρώην πρωθυπουργοί – παρά τις υφολογικές διαφορές – είναι πιο αιχμηρή και επιθετική από εκείνη της αντιπολίτευσης. Η δική τους κριτική εστιάζει στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής.
Αυτά θα αποτελέσουν το σημείο εκκίνησης του κ. Σαμαρά και την αιτιολογική βάση για τη στήριξή της (εμφανή αλλά πιθανόν όχι δεδηλωμένη) από τον κ. Καραμανλή. Ολοι θα θυμηθούν ότι ο κ. Σαμαράς κάνει το ίδιο διάβημα για δεύτερη φορά, περίπου με τους ίδιους όρους και ανάλογη κριτική. Είναι πολύ σημαντικότερο ότι στις επόμενες κάλπες θα φτάσουν διάφορα δεξιόστροφα κόμματα (του κ. Βελόπουλου, το κόμμα Λατινοπούλου, η Νίκη αν επιβιώσει) που θα διαγκωνίζονται για την ίδια εκλογική βάση – συντηρητική και εθνοκεντρική με διαφορετικές δόσεις θρησκοληψίας.
Ο διαγωνισμός πατριωτισμού για το ποιος θα καταγγείλει περισσότερο «ενδοτισμό» και «υποταγή» θα είναι και το τελικό κριτήριο για την εκλογική τους επιβίωση. Το κόμμα Καρυστιανού – με τις ιδιαιτερότητές του – θα κινηθεί σε ανάλογο κλίμα.
Αυτά έως την κάλπη. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι την επομένη των εκλογών το αποτέλεσμα μπορεί να επιβάλλει συναινέσεις για τη συγκρότηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Πιθανή συμμετοχή τους σε κυβερνητικό σχήμα οδηγεί αναγκαστικά, πέρα από τα πρόσωπα, σε ισχυρούς περιορισμούς στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Οι εσωτερικοί συσχετισμοί είναι πάντοτε προϋπόθεση για διπλωματικές κινήσεις ουσίας. Το παράθυρο ευκαιρίας – για άλλη μια φορά – έχει κλείσει και στην Τουρκία και στην Ελλάδα.








