Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα γλιστρά η συζήτηση πίσω στο 2015, με την παραμικρή αφορμή. Πολύ περισσότερο όταν την αφορμή τη δίνει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής εκείνων των ημερών.

Ο Αλέξης Τσίπρας εγκαινίασε τη δική του εκδοχή του ταξιδιού επιστροφής από την Ελβα στο Παρίσι, μ’ ένα βιβλίο που έφερε, «με φόρα», το 2015 ξανά στο προσκήνιο. Και συνέχισε να ρίχνει ξύλα στη φωτιά, με τελευταίο μια τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά επίθεση εναντίον των δημιουργών ενός ντοκιμαντέρ (που αφηγείται την ίδια ιστορία, από άλλη οπτική γωνία), πριν καν αυτό προβληθεί.

Οι αφορμές δεν έχουν μεγάλη σημασία. Σημασία έχει αυτό που αποκαλύπτει αυτή η αέναη αναψηλάφηση της ιστορίας. Πως, παρά τα χρόνια που πέρασαν, το πάθος που εκλύει η επιστροφή σ’ εκείνες τις φοβερές ημέρες δεν έχει εντελώς ξεθυμάνει. Κάποιοι λογαριασμοί έχουν μείνει ανοιχτοί. Τα τραύματα δεν έχουν όλα επουλωθεί.

Με αυτό το δεδομένο, λοιπόν, το ερώτημα είναι ποιον στόχο υπηρετεί, κάθε φορά, η επιστροφή στο 2015. Την ανασύσταση του παλιού «ή εμείς ή αυτοί» ή την υπέρβασή του; Την αφύπνιση του αντι-ΣΥΡΙΖΑ αισθήματος, από τη μία πλευρά, την αναβίωση του πληγωμένου, αντι-μνημονιακού πατριωτισμού του Οχι, από την άλλη;

Την προετοιμασία της εκλογικής σκηνής για να υποδεχθεί, ξαναζεσταμένη, μια μονομαχία Μητσοτάκη – Τσίπρα, που θα συμπιέσει τους υπόλοιπους και θα καθηλώσει τη συζήτηση στη χθεσινή ατζέντα; Ή, αντίθετα, την υπέρβαση του ρήγματος, τον μεταβολισμό της τραυματικής εμπειρίας σε σοφία και πολιτική ωριμότητα;

Αν ο στόχος είναι ο πρώτος, δεν θα είχα τίποτε να πω. Αλλά αν είναι ο δεύτερος, τότε πιστεύω ότι η συζήτηση για να είναι γόνιμη, πρέπει να εκκινεί από μια απλή παραδοχή. Πως η αφήγηση για το 2015 δεν μπορεί να αρχίζει το 2015.

Η αρχή της ιστορίας μπορεί να τοποθετηθεί στο μοιραίο 2008, όταν η κρίση διέσχιζε τον Ατλαντικό, αλλά εμείς, αμέριμνοι, δηλώναμε «θωρακισμένοι» και περί άλλα τυρβάζαμε. Στο 2010, εναλλακτικά, όταν οι συστημικές πολιτικές δυνάμεις, που είχαν κοινή ευθύνη για την πορεία της χώρας ως τη χρεοκοπία, αποδείχθηκαν ανίκανες να κάνουν αυτό που έκαναν τα αντίστοιχα κόμματα στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία – να μοιραστούν επίσης και την ευθύνη και το κόστος της «διάσωσης».

Θα μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε την αφήγηση ακόμη πιο πίσω, από τα πρώτα χρόνια της ένταξης στο ευρώ, όταν το πολιτικό προσωπικό – με λίγες τιμητικές εξαιρέσεις – δεν πήρε χαμπάρι ότι, χωρίς εθνικό νόμισμα, χωρίς νομισματικά εργαλεία, οι κανόνες του παιχνιδιού είχαν αλλάξει ριζικά. Μα εκείνοι συνέχιζαν να πολιτεύονται με τους πατροπαράδοτους τρόπους εξαγοράς εκλογικής επιρροής. Ή, τέλος, η δραματική αφήγηση θα μπορούσε να αρχίσει in medias res, από τις πρώτες εκλογές του 2012. Τότε που όλα έγιναν φανερά.

Τα θυμάστε; Τον Μάιο του 2012, 32 μήνες μόλις από τις προηγούμενες εκλογές, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε από το 44% στο 13%. Η ΝΔ από το 33,5% στο 18,8%. Τα δύο κόμματα μαζί έχασαν 2,3 εκατομμύρια ψήφους. Και τι απέγιναν οι χαμένοι ψηφοφόροι; Ενας στους τέσσερις βγήκε εντελώς από το παιχνίδι, μετακόμισε στην αποχή – από την οποία δεν έχει επιστρέψει ακόμη. Αλλος ένας στους τέσσερις έδωσε ψήφο στον κερδισμένο εκείνων των εκλογών, τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι υπόλοιποι σκόρπισαν σε διάφορες εκδοχές διαμαρτυρίας, έως και τους μελανοχίτωνες της ιδεολογικοποιημένης βίας. Το πολιτικό σύστημα γκρεμίστηκε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

Τι μαρτυρούσε εκείνος ο σεισμός; Πως το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε διαμορφώσει η μεταπολίτευση είχε θρυμματιστεί. Και στη θέση του δεν διαμορφώθηκε ακόμη, μέχρι και σήμερα, ένα άλλο, εναλλακτικό κοινωνικό συμβόλαιο. Αν ξεριζώσεις, λοιπόν, το 2015 από το έδαφος που το γέννησε, αν το απομονώσεις από το πριν και το μετά, όσα συνέβησαν εκείνο το πολυσυζητημένο εξάμηνο θα ήταν ακατανόητα. Ή θα μέναμε αιχμάλωτοι ρηχών, προπαγανδιστικών αναγνώσεων, από τις οποίες έχουμε χορτάσει αλλά μας σερβίρονται ξανά.

Από εκεί και πέρα, υπάρχουν πολλά να σκεφτεί και να συζητήσει κανείς. Τι θα είχε συμβεί – για παράδειγμα – αν είχαν εισακουστεί οι οικονομολόγοι του κόμματος που έλεγαν στον Τσίπρα πως δεν θα έπρεπε να εκβιαστούν οι εκλογές. Πως θα έπρεπε να αφεθεί η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου να ολοκληρώσει το τελευταίο μίλι των μνημονιακών υποχρεώσεων και ο ΣΥΡΙΖΑ (που το πιθανότερο είναι ότι θα κέρδιζε τις εκλογές, όποτε κι αν γίνονταν) να έρθει για να διαχειριστεί την επόμενη μέρα και χωρίς τη δηλητηριώδη συνύπαρξη με τη συνωμοσιολογική Ακροδεξιά των ΑΝΕΛ.

Τι θα είχε συμβεί – άλλο παράδειγμα – αν η κυβέρνηση Τσίπρα είχε ακολουθήσει τη βραζιλιάνικη συνταγή. Αν είχε μιμηθεί τον Λούλα ο οποίος όταν κέρδισε τις εκλογές, με τη χώρα του σε πρόγραμμα του ΔΝΤ, δεν έστησε καβγά με τους δανειστές. Είπε, θα εκπληρώσω όσο γίνεται πιο γρήγορα τις υποχρεώσεις που επέβαλε το ΔΝΤ, ώστε μετά να έχω χρόνο να εφαρμόσω ένα δικό μου πρόγραμμα ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Είχε και ο ΣΥΡΙΖΑ την ευκαιρία να το κάνει, τον Φεβρουάριο του 2015. Αλλά έμεινε δέσμιος της ρητορικής του, εκείνης με την οποία αναρρίπιζε τις φλόγες της οργής για να φθάσει στην εξουσία. Για να ελευθερωθεί από την οποία υποχρεώθηκε να φθάσει ως την περιπέτεια του δημοψηφίσματος, με όλο του το οικονομικό μα προπάντων ηθικό κόστος, που η περιπέτεια αυτή άφησε πίσω της.

Και η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Και θα είχε πάντα ενδιαφέρον. Αρκεί να μην καθηλώνεται σε αυτήν η δημόσια σκηνή και η πολιτική ατζέντα. Θα ήταν, πράγματι, ασυγχώρητο, την ώρα που οι τεκτονικές πλάκες του κόσμου μετακινούνται, προαναγγέλλοντας μεγάλους σεισμούς στο πεδίο της οικονομίας και του περιβάλλοντος εθνικής ασφάλειας, εμείς να πάμε στις κάλπες για να (ξανα)λύσουμε τις διαφορές του 2015.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000