Ενώ η Ευρώπη πειραματίζεται με τη μείωση του χρόνου εργασίας, καταγράφοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα σε παραγωγικότητα και ευημερία, στην Ελλάδα οι σχετικές προτάσεις καταγγέλλονται ως «λαϊκισμός» και «ανεφάρμοστες ουτοπίες». Η πραγματικότητα είναι ότι η άρνηση κρύβει βαθύτερες, δομικές παθογένειες. Είναι η σιωπηρή παραδοχή ότι η οικονομία μας «τρέχει» με μηχανή παλαιότερης τεχνολογίας, καίει πολύ καύσιμο (εργατοώρες), πληρώνει λίγο, και στηρίζεται σε όσους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη για τις βαριές δουλειές.

Οι μεγαλύτερες μελέτες παγκοσμίως αποδεικνύουν ότι η μείωση του χρόνου εργασίας αποτελεί αναπτυξιακό εργαλείο. Ομως, αυτό που λειτουργεί στο Λονδίνο ή στο Ρέικιαβικ φαντάζει αδιανόητο στην Αθήνα εξαιτίας του παραγωγικού μας μοντέλου.

Η ελληνική οικονομία πάσχει από τη «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού, της εστίασης, του λιανεμπορίου και του real estate· κλάδων, των οποίων η παραγωγικότητα συνδέεται με τη φυσική παρουσία. Ελλείψει τεχνολογικής υπεραξίας, η ελληνική επιχειρηματικότητα προσπαθεί να μείνει ανταγωνιστική, πιέζοντας το μόνο διαθέσιμο «καύσιμο»: τον ανθρώπινο χρόνο. Κάπως έτσι, οι Ελληνες έχουν καταλήξει να εργάζονται σταθερά τις περισσότερες ώρες ετησίως στην ΕΕ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ενώ αμείβονται λίγο, με τη χώρα μας να έχει την προτελευταία θέση, ως προς την αγοραστική δύναμη στην Ενωση, ενώ μες στην τελευταία πενταετία αυξήθηκε κατά 69,5% η διαφορά των εισοδημάτων από κέρδη, εις βάρος των εισοδημάτων από την εργασία. Ο πληθωρισμός, δηλαδή, λειτουργεί ως μια μορφή αναδιανομής πλούτου. Το αποτέλεσμα είναι η ακρίβεια, το brain drain και μια αγορά εργασίας εντελώς μη ελκυστική για τους νέους, η οποία σήμερα αδυνατεί να καλύψει πάνω από 100.000 κενές θέσεις.

Αυτό είναι το πλαίσιο στην Ελλάδα. Και γι’ αυτό η κάθετη απόρριψη κάθε διαλόγου γύρω από την τετραήμερη εργασία δεν αντανακλά απλώς συντηρητισμό ή προεκλογικές κόντρες. Αποτελεί, απλώς, μια ακόμη απόδειξη ότι το παραγωγικό μοντέλο έχει βαλτώσει. Οσο αρνούμαστε να αλλάξουμε τη δομή της οικονομίας, θα παραμένουμε δέσμιοι ενός συστήματος που απαιτεί από τους εργαζομένους να δίνουν τον περισσότερο χρόνο τους για τις μικρότερες δυνατές απολαβές. Αυτό, βεβαίως, θα απαιτούσε επενδύσεις στην καινοτομία, λειτουργία του ανταγωνισμού, χειροπιαστές βελτιώσεις στους μισθούς και αναβάθμιση της παραγωγικότητας. Αντ’ αυτού η μεταρρυθμιστική κυβέρνηση διαχειρίζεται τα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά κονδύλια σε απευθείας αναθέσεις και αγορά πολιτικής επιρροής, ενώ καταδικάζει ως «λαϊκιστή» όποιον ζητεί κάτι διαφορετικό.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000