Οταν σκέφτεστε τη συνταξιοδότηση, τι σας έρχεται στο μυαλό; Ισως εικόνες ηλικιωμένων που απολαμβάνουν μια περίοδο ξεκούρασης και άνεσης που δικαιούνται, στο τελευταίο στάδιο της ζωής τους. Κρουαζιερόπλοια, φυτώρια, λέσχες γκολφ και μικρά σπίτια δίπλα στη θάλασσα. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η εικόνα αποτελεί πλέον, σε μεγάλο βαθμό, κατάλοιπο μιας περασμένης εποχής. Μια μακρά και άνετη συνταξιοδότηση που ξεκινά στα 60 ή 65 αρχίζει να μοιάζει με μια συλλογική κοινωνική εμπειρία που έχει πλέον ξεπεραστεί. Οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις στις οποίες στηρίχθηκε φαίνεται πως έχουν εξαντληθεί – και ήρθε η ώρα να σκεφτούμε τι ακολουθεί.

Η συνταξιοδότηση στη Βρετανία έχει μια εκπληκτικά σύντομη ιστορία, που στηρίζεται σε θεαματικές βελτιώσεις στην ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων τα τελευταία 50 χρόνια. Μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές γραφειοκρατικές δομές άρχισαν να εντάσσουν εργαζομένους με μακρά υπηρεσία σε συνταξιοδοτικά προγράμματα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ωστόσο, μόνο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η περίοδος μιας άνετης και χωρίς υποχρεώσεις τρίτης ηλικίας έγινε συνηθισμένη προσδοκία για τους περισσότερους Βρετανούς.  Αν και πολλοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, η ταπείνωση του να αγωνίζεται κανείς να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη – θέρμανση, ένδυση και διατροφή – στην τρίτη ηλικία έχει μειωθεί δραματικά από τα μέσα του 20ού αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η ιστορική βελτίωση δεν έχει τύχει της αναγνώρισης που θα περίμενε κανείς. Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική γύρω από το ζήτημα της γήρανσης έχει πάρει νέα τροπή. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι η πολιτική των γενεών θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του μέλλοντος της συνταξιοδότησης. Οταν η γενιά Χ, που σήμερα βρίσκεται στα 40 και τα 50 της χρόνια, αρχίσει να αποσύρεται από την εργασία, τα εισοδήματα των συνταξιούχων είναι πιθανό να μειωθούν, κλείνοντας έτσι το κεφάλαιο κατά το οποίο κάθε μεταπολεμική γενιά απολάμβανε μεγαλύτερη ασφάλεια στα γηρατειά από την προηγούμενη. Ως αποτέλεσμα, οι συνταξιούχοι των δεκαετιών του 2030 και του 2040 θα διαθέτουν μικρότερες συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις από τη γενιά των «μπούμερς», αν και θα αποχωρούν από την εργασία με μεγαλύτερη περιουσία σε ακίνητα από ό,τι οι νεότερες γενιές.

Με λίγα λόγια, βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας νέας περιόδου λιτότητας για την τρίτη ηλικία. Μπορεί να γίνει κάτι ώστε να διατηρηθεί ζωντανό το όνειρο μιας άνετης συνταξιοδότησης για τις μελλοντικές γενιές; Η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων ίσως διασφαλίσει ένα βασικό επίπεδο διαβίωσης, όμως μακροπρόθεσμα χρειάζεται να αλλάξουν οι αντιλήψεις μας για τα χρόνια μετά την εργασία. Δεν πρέπει να επιστρέψουμε σε εποχές όπου οι Βρετανοί κατέληγαν στη φτώχεια ύστερα από δεκαετίες σκληρής χειρωνακτικής εργασίας. Αντίθετα, χρειάζεται να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουμε την εργασία, τη φροντίδα, τη μάθηση και την αναψυχή σε όλη τη διάρκεια της ζωής, αξιοποιώντας τις τεχνολογίες και υιοθετώντας τρόπους ζωής που στηρίζουν – και δεν επιβαρύνουν – τον πλανήτη μας.

Η Ελεν ΜακΚάρθι είναι ιστορικός και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000