Το πρώτο συναίσθημα ήταν η αναγούλα. Να ‘μαι εκεί, μπροστά στον πράσινο κάλαθο των αχρήστων, κάπου στη λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου της Καλλιθέας, έτοιμος να πετάξω ένα χρησιμοποιημένο πλαστικό ποτήρι καφέ. Ανοίγω το καπάκι και βλέπω αυτό το θέαμα: δεκάδες κουλούρια πεταμένα στα σκουπίδια. Μου ήρθαν τα σωθικά στο στόμα.
Το δεύτερο συναίσθημα ήταν η θλίψη. Πώς γίνεται και τα κουλούρια βρίσκονται μέσα στον κάλαθο των αχρήστων, αφού θα μπορούσαν να έχουν φαγωθεί; Σχεδόν λυπήθηκα αυτά τα κουλούρια· σκέφτηκα τον κόπο με τον οποίο φτιάχτηκαν, από τον ίδιο τον φούρναρη που τα πέταξε στον κάδο, έτσι σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το τρίτο συναίσθημα ήταν η οργή. Θύμωσα. Θύμωσα πολύ. Θύμωσα για την έλλειψη ντροπής που είδα να υπάρχει δίπλα μου, στους συνανθρώπους μου, ή μάλλον σε αυτούς που θέλουν να λέγονται συνάνθρωποί μας, προσβάλλοντας με τις πράξεις τους την ίδια την έννοια της ανθρωπιάς.
Ενας φούρνος – και εύχομαι να είναι από τους λίγους – κάνει καθημερινά αυτό το πράγμα, κάπου στην Καλλιθέα. Το ξέρω γιατί επίτηδες πέρασα και την επομένη και είδα το ίδιο θέαμα με άλλα προϊόντα. Εκεί πετούν στα σκουπίδια τα απομεινάρια της κάθε μέρας. Δεν είναι μόνο τα κουλούρια. Είναι και άλλα προϊόντα αρτοποιίας – κρουασάν, τυρόπιτες, πίτσες, σπανακόπιτες, ζαμπονοτυρόπιτες, φρατζόλες ψωμί κ.λπ. Ολα όσα έχουν ξεραθεί και δεν μπορούν να πωληθούν.
Οχι, αυτός ο φούρνος δεν τα αξιοποιεί κάπως διαφορετικά, ενώ ξέρει ότι θα μπορούσε. Οχι, δεν θέλει να βάλει έξω από το μαγαζί έναν πάγκο, ή μια απλή σακούλα αφήνοντας εκεί τα απομεινάρια της ημέρας για όσους τα έχουν ανάγκη. Οχι, δεν καλεί κάποια υπηρεσία, για να τα προσφέρει και να καταλήξουν εκεί που πρέπει. Οχι, δεν προσφέρει δωρεάν στους πελάτες (π.χ. μαζί με ένα ρόφημα) αυτά τα προϊόντα που δεν είναι πλέον προς πώληση (όπως πολλοί άλλοι φούρνοι κάνουν). Οχι, επιλέγει να τα πετάξει στα σκουπίδια σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Και ξέρει. Ξέρει ότι εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που πεινάνε. Ξέρει ότι εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που καθημερινά ξεψαχνίζουν τους κάδους αναζητώντας στα σκουπίδια αντικείμενα που μπορούν να αξιοποιήσουν, προκειμένου να βγάλουν λίγα χρήματα γιατί δεν μπορούν διαφορετικά. Ανθρωποι με ματσούκια που αναζητούν τον «θησαυρό του αλουμινίου» ή πλαστικά μπουκάλια για τα οποία υπάρχει ένα στοιχειώδες αντίτιμο στα σημεία ανακύκλωσης.
Και εκείνος που τα έχει όλα στη ζωή του, εκείνος που δουλειά του είναι να προσφέρει «τον άρτον ημών τον επιούσιον», εκείνος, στο τέλος της ημέρας, επιλέγει να μην προσφέρει εκεί που πρέπει αυτά που μπορούν να αξιοποιηθούν κάπως διαφορετικά, αλλά να τα πετάξει σαν να μην υπήρξαν ποτέ, χυδαία, στον κάλαθο των αχρήστων. Υπάρχει μια αμαρτία σε αυτή την πράξη και δεν το λέω με τη θρησκευτική έννοια, αλλά με την πέρα για πέρα ανθρώπινη. Αυτός ο άνθρωπος που με τόση ευκολία πετάει το ψωμί στα σκουπίδια προσβάλλει την ίδια τη ζωή. Μόνον η κακία ή η βλακεία μπορούν να σε οδηγήσουν να κάνεις κάτι τέτοιο ενώ γνωρίζεις τι συμβαίνει γύρω σου.
Αρα αυτός ο φούρναρης ή βλάκας είναι και δεν καταλαβαίνει τι κάνει, ή είναι μια κακιά ψυχή που ξέρει πολύ καλά τι κάνει γι’ αυτό και το κάνει. Αν είναι βλάκας τον συγχωρείς και ξέρεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· ο βλάκας δεν μπορεί να διορθωθεί, πάντα βλάκας θα μείνει. Αν από την άλλη είναι κακός, και πάλι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γιατί πολύ απλά αυτός ο άνθρωπος που το κάνει, το κάνει επίτηδες. Χαίρεται να το κάνει.
Να όμως, που λίγα βήματα πιο κάτω από αυτόν τον φούρνο (από τον οποίο και να με πλήρωναν δεν θα αγόραζα ποτέ κάτι), πάντα στην Ελευθερίου Βενιζέλου, βλέπεις ένα θέαμα διαφορετικό και μαζί του μια σπίθα ελπίδας. Εξω από ένα άλλο μαγαζί διαβάζεις στον πίνακα γραμμένα με την κιμωλία: «Το καζάνι κοντά σας. Μετά τις 18.00 όλα τα φαγητά 5 ευρώ και σαλάτες 2 ευρώ». Εκεί βλέπεις ένα μυαλό που σκέφτεται κάπως διαφορετικά. Ανθρώπινα.






