Οι εξωτερικές θύελλες βοηθούν στην συσπείρωση του «νοικοκύρη». Ψηφίζει συντηρητικούς, για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Ή, σε σημερινή βερσιόν, ψηφίζει τους γνώριμους, για να μην έρθουν οι πειραματικοί. Σε έναν τέτοιου είδους υπόγειο μηχανισμό αυτοσυντήρησης, προσπαθεί να επενδύσει η κυβερνητική επικοινωνιακή μηχανή, εδώ και αρκετό καιρό.

Ο «νοικοκύρης», όμως, το επίζηλο και περιζήτητο σκέλος του κοινωνικού σώματος, εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται τραυματισμένος μέσα στην καρδιά μιας πολλαπλής αστάθειας, που φορέας της είναι ακριβώς αυτός που ενδύεται τον αντίπαλό της. Αστάθεια είναι οι διαρκείς ανατιμήσεις προϊόντων – δηλαδή η διαρκής οικονομική αποδυνάμωση του «νοικοκύρη» – και που πάντοτε δικαιολογούνται με διάφορες «εξωτερικές θύελλες»: υγειονομική κρίση, πόλεμοι, ενεργειακή κρίση, πληθωριστική έκρηξη, Πούτιν, Τραμπ, Ερντογάν κ.λπ.

Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι ότι αυτός που επικαλείται την αστάθεια είναι και απολύτως συναρτημένος, συνδεδεμένος μαζί της. Ταυτίζεται με τον κίνδυνο, ενώ είναι ο υποτιθέμενος φορέας της αποσόβησής του.

Το 2010 η χώρα χρεοκόπησε και κανείς πλέον δεν θεωρεί ως ένοχο τη κυβέρνηση Παπανδρέου (στα χέρια της οποίας έσκασε η βόμβα), αλλά μακρόχρονες, παραμορφωτικές της οικονομίας, διαδικασίες. Αποβιομηχάνιση, φούσκες χρηματιστηρίου και ακινήτων, πιστωτική επέκταση των τραπεζών πολύ πάνω από τις δυνατότητές τους, μαζική (με πλύση εγκεφάλου) δανειοληψία και συνακόλουθα μια διάτρητη καταναλωτική έκρηξη.

Στο τέλος ακούστηκε ο γδούπος της εκπτώχευσης. Η χρεοκοπία, όμως, ήταν η οικονομική και κυρίως η πολιτισμική εξάχνωση του νοικοκύρη.    Στον «νοικοκύρη» απευθυνόταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στον αδικημένο ανταγωνιστικό νοικοκύρη ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ολοι οι πρωθυπουργοί που πέρασαν από τη χώρα κατασκεύαζαν ο καθένας τη δική του εκδοχή νοικοκύρη. Τον αντιπαπανδρεϊκό νοικοκύρη ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, τον προοδευτικό εκσυγχρονιστή, αντικληρικαλιστή ο Σημίτης (όχι πια τον άτακτο αντιιμπεριαλιστή νοικοκύρη του Παπανδρέου), τον γειωμένο, ελληνοπρεπή αλλά αφρόντιστο δημοκράτη ο νεότερος Καραμανλής, τον νεοφώτιστο οικονομικό αντάρτη ο Τσίπρας, τον απεγνωσμένο αναζητητή ασφάλειας ο νεότερος Μητσοτάκης.

Ο νοικοκύρης είναι μια κατοπτρική συμπύκνωση ενός αόριστου, εύπλαστου, εκτατού και ανορθόδοξου ιδανικού. Είναι μια αταξική αναφορά, μια αφηγηματική, ίσως και διαφημιστική, κατασκευή που χρησιμοποιεί ο έμπειρος εκλογικός καιροσκοπισμός, για να διαμορφώσει χωρητικά πολιτικά κελύφη· κελύφη στα οποία όλοι θα νιώθουν περιεχόμενοι. Η Δεξιά προσπαθεί να τον αοριστοποιήσει (για να χωράνε όλοι στο καλούπι του), η Αριστερά να τον πείσει να εκλάβει τη στιγμιαία οικονομική δυσφορία του ως αντισυστημισμό.

Ο ίδιος ο νοικοκύρης θέλει ασφάλεια και επιβεβαίωση. Κι ενώ διατρέχεται από μια απολύτως αντισυλλογική, φοβισμένη και αμυντική κουλτούρα, η Αριστερά προσπαθεί να τον πείσει για μια αίσθηση δικαίου που υποτίθεται τον συνδέει με άλλους ανθρώπους.

Η Δεξιά, πολύ πιο απλή, προσπαθεί να τον εκμαυλίσει. Και οι δύο, δυσπρόσιτες και ανωφελείς παραμορφωτικές απευθύνσεις του πολιτικού χώρου, στο τέλος, στοιχειοθετούν ένα ομοίωμα στη θέση του αρχέτυπου. Μια σκιά είναι ο νοικοκύρης που σε λίγο δεν θα ψηφίζει, αφού δεν αναγνωρίζει κανενός είδους νεύμα που να τον αφορά.

Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000