Παρακολουθώ στην ειδησεογραφία άντρες μακάριους, ώριμους, απρόσωπους, νεαρούς, βαποράκια, νταβατζήδες, και νεαρά κορίτσια νεκρά. Η πολλή αγριότητα και βία είναι προϊόντα ψυχικής απομόνωσης και αμορφωσιάς. Ανθρωποι απελπισμένοι και ανασφαλείς διαμορφώνουν κοινωνικές σχέσεις «άρρωστες» σε όλα τα επίπεδα. Βυθίζομαι σε πρωτόγνωρη θλίψη για την έλλειψη ντροπής μας ως κοινωνίας άρρωστης και καθόλου άριστης και δεν εξετάζω την ασάφεια της «αριστείας» μεταλλαγμένης σε αχρηστία.
Φέρνω στον νου παλιά αναγνώσματα. Η κλειστή, καθυστερημένη κοινωνία του Κερκυραίου Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1872-1923) στην «Τιμή και το Χρήμα» (1914) φαινόταν εγκλωβισμένη σε αδιέξοδα και ηθικές προκαταλήψεις· γνώριζε το συμφέρον, τη συναλλαγή, ταλανιζόταν από το λαθρεμπόριο και το ρουσφέτι, αλλά μάλλον την έσωζε η ντροπή. Διότι, όταν για τα αυτονόητα λειτουργούν οι θεσμικές διαδικασίες, δεν χρειάζεται να επικαλούμαστε εισαγγελείς, εξεταστικές επιτροπές· ίσως να ήταν αρκετή η προσωπική ευθιξία και η ντροπή. Καθώς αυτές οι αρετές είναι δυσεύρετες, τότε η ευθύνη περνάει στους αρμόδιους άνωθεν, και το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον θιγόμενο αλλά και τον κάθε αδιάφορο «σφυριχτή». Εχουμε ανάγκη να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα και να αδράξουμε μέσα από τις σχέσεις μας το νόημα που μάς έπεσε από τα χέρια.
Είμαστε μια χώρα με γονείς ημιμαθείς, που σηκώνουν δάχτυλο στους δασκάλους αντί να συμμορφώσουν τα βλαστάρια τους, με ασπόνδυλους συνεργάτες, χωρίς το απαιτούμενο μπόι για να στηρίξουν τους συναδέλφους τους σε έναν κόσμο χαμερπούς ιδιοτέλειας. Αποζητούμε μισθούς και πόστα με προϋποθέσεις που δεν πληρούμε, ούτε αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει προσόν και κριτήρια. Οταν οι «δικοί μας» άνθρωποι, συμμαθητές, συνεργάτες, συνάδελφοι, η οικογένεια ή οι γείτονές μας, εκδηλώνουν μικρότητα, ιδιοτέλεια ή απροκάλυπτη ασχήμια, νομίζω πως το πρόβλημα δεν μας αφορά μόνον ως πράξη· η απουσία ντροπής τους είναι επίσης σοβαρή, ως κρίμα κοινωνικό. Η έλλειψη αυτοκριτικής ή αυτοσυγκράτησης αποκαλύπτει την ηθική φτώχεια μας.
Η ασχημοσύνη στη συμπεριφορά δεν είναι ουδέτερη, ούτε αμάρτημα στιγμιαίο· είναι επιλογή, εφόσον προτάσσοντας το ιδιοτελές, αδιαφορούμε για τη συνοχή του κοινωνικού πλεκτού μας. Η κοινωνική ντροπή λειτουργεί ως σιωπηλός ρυθμιστής και φίλτρο αυτοσυνείδησης· μας υπενθυμίζει ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες. Οταν η τσίπα εξαφανίζεται, η ιδιοτέλεια θεσμοθετείται ως δικαίωμα· εφησυχάζουμε λέγοντας «έτσι είναι τα πράγματα», «καθένας για πάρτη του», «αν δεν το κάνω εγώ, θα το κάνει άλλος».
Τοιουτοτρόπως η ασχημοσύνη κανονικοποιείται και αυτό είναι επικίνδυνο, όχι επειδή κάποιοι άνθρωποι λειτουργούν ιδιοτελώς, αυτό γινόταν ανέκαθεν, αλλά επειδή ενίοτε δεν βρίσκουν αντίσταση από το περιβάλλον τους, ούτε από θεσμούς, ούτε από τα όρια μιας συλλογικής ηθικής. Η ανοχή γίνεται συνενοχή, «μαζί τα φάγαμε» άλλωστε, και η σιωπή μετατρέπεται σε επιβράβευση: «Ωραίος ο μάγκας!». Συνεπώς η ευθύνη δεν περιορίζεται στον «ωραίο» που ασχημονεί, αλλά αφορά τι ανεχόμαστε ως «φυσιολογικό» σε μια κοινωνία που διαβρώνεται κυρίως από την απουσία ντροπής μεταξύ των μελών της.
Οταν η βαθύτερη ασχήμια δεν πληρώνει τίμημα, έστω σε επίπεδο αποδοκιμασίας, εδραιώνεται ως κανόνας. Η κανονικοποίησή της είναι κοινωνική διεργασία, εφόσον αυτό που αποδοκιμάζαμε, σταδιακά παύει να ενδιαφέρει και αφού παγιωθεί η αδιαφορία ή ανοχή, διηθείται στους θεσμούς. Οχι, βέβαια, με ρητή νομοθέτηση της «ηθικής ασχήμιας» ή απαξίας, αλλά με την αποδυνάμωση των κανόνων, την επιλεκτική εφαρμογή ή τις διαδικασίες που την ευνοούν.
Οταν η ατιμωρησία γίνεται ο κανόνας, τότε πρακτικά η συμπεριφορά άτυπα νομιμοποιείται. Ονομάζω «θεσμική εξοικείωση» το φαινόμενο κατά το οποίο το σύστημα προσαρμόζεται στην παθογένεια· έχουμε δηλαδή ενσωμάτωση της ρεμούλας ως κρίσιμης συνιστώσας και λειτουργικής προϋπόθεσης, ώστε να κινείται κανείς «ευέλικτα» στο σύστημα. Ωστόσο, το γεγονός ότι κάτι γίνεται ανεκτό ή δεν τιμωρείται, δεν συνεπάγεται ηθική ή «πραγματική» νομιμοποίηση, διότι, αν χαθεί η διάκριση ανάμεσα στο «επιτρέπεται εν τοις πράγμασι» και στο «είναι δίκαιο ή ορθό», τότε έχουμε περάσει από την πολιτική διάβρωση στην αντιστροφή των αξιών, δηλαδή στην παρούσα κατάσταση.
Ο Κώστας Θεολόγου είναι καθηγητής στο ΕΜΠ και στο ΕΑΠ






