Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Σε μια εποχή αυξανόμενης γεωπολιτικής ρευστότητας στην ευρύτερη περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου, η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Τιράνων δεν αποτελεί απλώς μια διμερή επιδίωξη· συνιστά στρατηγική αναγκαιότητα.
Η Ελλάδα και η Αλβανία συνδέονται όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και ιστορικά, οικονομικά και κοινωνικά. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής, ενισχύοντας τα κίνητρα για εμβάθυνση της συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική βούληση που έχουν εκφράσει τόσο ο Εντι Ράμα όσο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποτυπώνει μια ώριμη κατανόηση της σημασίας της σταθερότητας και της προόδου των διμερών σχέσεων.
Κεντρικό ζήτημα παραμένει η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και η αξιοποίηση διεθνών μηχανισμών αποτελούν τον πλέον ασφαλή δρόμο για την επίλυση εκκρεμοτήτων. Μια συμφωνία θα ενισχύσει τη νομική βεβαιότητα και θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για περαιτέρω ενεργειακή και οικονομική συνεργασία.
Παράλληλα, η συνεργασία σε θέματα περιφερειακής ασφάλειας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, η αντιμετώπιση διασυνοριακών προκλήσεων και η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας απαιτούν συντονισμό και κοινή στρατηγική.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο σεβασμός των δικαιωμάτων της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία. Η πλήρης κατοχύρωση και εφαρμογή τους αποτελεί θεμέλιο εμπιστοσύνης και βασικό κριτήριο ευρωπαϊκής προόδου.
Ταυτόχρονα, η συμβολή της ενσωματωμένης αλβανικής κοινότητας στην Ελλάδα είναι καθοριστική. Αποτελεί μια ζωντανή γέφυρα συνεργασίας, οικονομικής δραστηριότητας και κοινωνικής συνοχής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα αναδεικνύεται ως ο ισχυρότερος κρίκος αλλά και η φυσική γέφυρα στις σχέσεις της Αλβανίας με την Ευρώπη. Μέσα από την εμπειρία της ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μπορεί να λειτουργήσει ως σταθερός υποστηρικτής της ευρωπαϊκής πορείας της Αλβανίας, προσφέροντας τεχνογνωσία, πολιτική στήριξη και θεσμική καθοδήγηση.
Ταυτόχρονα, είναι κρίσιμο οι πολιτικές ηγεσίες να μην αφήνουν χώρο σε φωνές εθνικιστικής μισαλλοδοξίας και άγονης παρελθοντολογίας, μένοντας μακριά από τα βαλκανικά στερεότυπα που εγκλωβίζουν τις κοινωνίες στο παρελθόν. Η ιστορία πρέπει να διδάσκει, όχι να περιορίζει. Οδηγός οφείλει να είναι το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον και μια κοινή πορεία στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού, της εμπιστοσύνης και της στρατηγικής ωριμότητας.
Σε αυτή τη λογική, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η ανάπτυξη μιας στρατηγικής οικονομικής συνεργασίας με διασφαλισμένο θεσμικό πλαίσιο. Σταθεροί κανόνες, διαφάνεια, επενδυτική ασφάλεια και εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο αποτελούν προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη και αμοιβαίο όφελος.
Η βελτίωση και η εμβάθυνση των ελληνοαλβανικών σχέσεων δεν είναι απλώς επιθυμητή· είναι απαραίτητη. Οι βάσεις υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι η συνέπεια και η πολιτική βούληση για να μετατραπεί η συγκυρία σε μια διαρκή σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας.
Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είναι βουλευτής της ΝΔ, πρώην επίτροπος της ΕΕ






