Τι είναι αυτό που καθιστά σπουδαίο έναν καλλιτέχνη;

Η πορεία και η αλήθεια του, χωρίς τον συμβιβασμό των «χατιριών». Η προσπάθεια να κολακέψουμε τις επιθυμίες του κοινού είναι μια επικίνδυνη παγίδα. Η πραγματική επιτυχία έρχεται όταν το κοινό αποδέχεται την αυθεντικότητα αυτού που επικοινωνούμε. Και αυτό είναι που αντέχει στον χρόνο.

Πότε αισθανθήκατε ότι η αλήθεια σας έγινε αποδεκτή από τον κόσμο;

Αργησα πολύ να συνειδητοποιήσω ότι είμαι μια καλή τραγουδίστρια, ότι υπάρχει κάτι ξεχωριστό στη φωνή μου που με κάνει αναγνωρίσιμη. Νομίζω αυτό ήρθε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Παρόλο που έκανα μεγάλες επιτυχίες παλαιότερα, δεν είχα συνειδητοποιήσει το μέγεθος. Η αποδοχή και η συνέχεια είναι που μου έδωσαν αυτή τη σιγουριά. Συμπτωματικά ακούμε, τώρα στο καφέ όπου βρισκόμαστε, το «Κάτι παραπάνω», ένα τραγούδι τόσων ετών που έγινε viral πέρυσι. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να σε ανακαλύπτουν οι νεότερες γενιές;

Και έρχονται στον χώρο όπου εμφανίζεστε κυρίως νέοι άνθρωποι. Πώς το εξηγείτε;

Το 90% είναι νέοι. Πιστεύω ότι έπαιξε ρόλο το ότι ήμουν η αγαπημένη τραγουδίστρια των γονιών τους, αλλά και το γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή που τα παιδιά απελευθερώθηκαν. Φυσικά και άνθρωποι μεγαλύτεροι. Ηρθε πρόσφατα ένας φίλος μου στο καμαρίνι, ο οποίος αγαπά πολύ το «Ψεύτρα ζωή» της Μαριανίνας Κριεζή και του Μιχάλη Καπούλα, και μου είπε: «Τι έχανα ο βλάκας τόσα χρόνια! Φοβόμουν να σε δω live μήπως έχουν αλλοιωθεί όλα: η φωνή σου, η εμφάνισή σου». Ευτυχώς, η φωνή μου παραμένει εκεί. Ολα τα άλλα φτιάχνονται με πλαστικούς, η φωνή όμως όχι. Είναι ευλογία, ειδικά για μένα που δεν έχω κάνει μαθήματα, παρά μόνο λίγο στο Ωδείο Αθηνών στην αρχή.

Καταχρήσεις, που είναι συνδεδεμένες με τη νύχτα;

Το κάπνισμα, τίποτε άλλο. Πάντα αναρωτιόντουσαν, επειδή ήμουν πολύ αδύνατη και στη σπίντα, αν έκανα ναρκωτικά κ.λπ. Εχω όμως μπόλικο ναρκωτικό στην κεφάλα μου, δεν χρειάζομαι κάτι άλλο.

Σε σπιντ ήσασταν και ατίθαση από μικρή, απ’ όσο ξέρω. Μεγαλώσατε σε ένα σπίτι με αμανέδες, ηπειρώτικα και Καζαντζίδη. Πώς αυτή η «μουσική Βαβέλ» μιας λαϊκής οικογένειας έγινε το δίχτυ ασφαλείας σας όταν αργότερα ο κόσμος της δισκογραφίας σάς ήθελε «συρταρωμένη»;

Ο μπαμπάς από τη Βόρεια Ηπειρο με το κλαρίνο, η μαμά με τους αμανέδες… εγώ όμως είχα το τρανζίστορ στο αφτί και άκουγα ό,τι πιο μοντέρνο υπήρχε. Ισως ήταν μια ανάγκη να ξεφύγω από τα «πρέπει» της εποχής. Ηθελα να εξερευνήσω και άλλα πράγματα που με δονούσαν χωρίς να γνωρίζω γιατί και πώς. Το έβλεπα ως μελέτη. Βρήκα μέσα μου τι ήθελα να κάνω πολύ. Δεν ξέρω αν ήταν υπέρμετρος εγωισμός η άρνησή μου να κάνω λαϊκά τραγούδια. Σκεφτόμουν ότι αν έλεγα λαϊκά τραγούδια και από κάτω χόρευαν, θα ήμουν κάτι σαν τζουκ μποξ. Ηθελα την προσοχή. Για μένα η μουσική ήταν ένα καταφύγιο.

Από τι θέλατε να δραπετεύσετε;

Ηθελα μόνο να είμαι κομμάτι της μουσικής. Ως παιδί ήθελα να ξεφύγω από τα «πρέπει» και τα «θέλω» των άλλων. Το πιο δύσκολο «πρέπει» ήταν του αδερφού μου, που δεν ήθελε να συνεχίσω το τραγούδι. Υπήρξε ένταση στο σπίτι, μου έσκισε τα ρούχα, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω πίσω. Αφησα το σχολείο στην Α’ Γυμνασίου και ξεκίνησα στα 16 να τραγουδάω επαγγελματικά. Το ότι άφησα το σχολείο αλλά φρόντισα να κάνω παρέα με ανθρώπους από το θέατρο, τη μουσική, μου πρόσφερε πνευματική εξέλιξη.

Περάσατε από τα δύσκολα μαγαζιά της περιφέρειας. Πώς επιβιώσατε σε εκείνο το περιβάλλον;

Πέρασα από μπουζούκια, έφαγα πιάτα στα πόδια, αλλά ποτέ δεν έπαιξα τον ρόλο της διασκεδάστριας. Ημουν πάντα ερμηνεύτρια. Οι γονείς μου με συνόδευαν μέχρι τα 18 μου για να με προσέχουν. Η συμφωνία μου ήταν πάντα «όχι κονσομασιόν». Αν στην πορεία το μαγαζί πήγαινε να το στρίψει, εγώ έφευγα. Είμαι επίμονη και ήξερα ότι ο κόσμος θα ανταποκριθεί σε αυτό που πραγματικά είμαι.

Σκεφτήκατε ποτέ να τα εγκαταλείψετε;

Ναι, γύρω στο 2000 ένιωσα ότι προσπαθούσαν να με «συνταξιοδοτήσουν». Το τηλέφωνο δεν χτυπούσε, τα ραδιόφωνα άλλαζαν ύφος. Εκεί αρχίζει η δυσκολία. Κλείστηκα πολύ στον εαυτό μου. Τότε έγραψα το μυθιστόρημά μου «Οσα δεν είπαμε» (εκδόσεις Λιβάνη) για να διοχετεύσω τη δημιουργικότητά μου. Εκανα λάθη, όπως η μετακίνησή μου από τη Sony στην ΕΜΙ λόγω συναισθηματισμού, που με οδήγησε σε συγκρούσεις. Δεν υπήρχε λόγος να γίνει αυτή η μετακίνηση γιατί όλα πήγαιναν μια χαρά. Ηταν ένα δύσκολο διάστημα. Είχαμε με τη MINOS και μια δικαστική διαμάχη, στην οποία δικαιώθηκα. Αλλά το πείσμα μου και το ταλέντο μου με κράτησαν όρθια. Πέρασα το σοκ, έδωσα τη μάχη μου και κέρδισα. Ξέρεις, άρχισα να κάνω live και να βλέπω ότι ο κόσμος ήταν ακόμα εκεί. Δεν με είχαν ξεχάσει, απλώς δεν είχαν την ευκαιρία να με ακούσουν. Οταν είδα τα πρώτα sold out ύστερα από εκείνη την παύση, ένιωσα ότι δικαιώνομαι.

Σε αυτή τη φάση της ζωής σας και της πορείας σας με ποιο τραγούδι συνδέεστε περισσότερο;

Με το «Ψεύτρα ζωή», είναι ένα σπουδαίο τραγούδι, σε στίχους της Μαριανίνας Κριεζή που τα λένε όλα. «Σπίτια, έπιπλα, ρούχα, λεφτά / φεύγουν οι άνθρωποι, μένουν αυτά». Το μαγικό είναι ότι βλέπω 20χρονα παιδιά να το τραγουδάνε σήμερα με το ίδιο πάθος που το τραγουδούσα εγώ όταν πρωτοβγήκε. Είναι μαγικό. Και δείχνει ότι η καλή μουσική δεν έχει ημερομηνία λήξης.

Σας απασχολεί η φθορά του χρόνου;

Κοίταξε, δεν θα κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας. Οι πλαστικοί χειρουργοί κάνουν θαύματα σήμερα, φτιάχνουν πρόσωπα και σώματα. Αλλά η φωνή… η φωνή είναι η ψυχή. Αν αυτή αλλοιωθεί, δεν φτιάχνεται με νυστέρι. Για μένα η μεγαλύτερη ευλογία είναι ότι η φωνή μου παραμένει εκεί, δυνατή και καθαρή.

Τι θα λέγατε σε ένα νέο παιδί που ξεκινάει σήμερα στο τραγούδι και ονειρεύεται μια πορεία σαν τη δική σας;

Να μην κάνει «χατίρια». Να μην προσπαθεί να αρέσει στους πολλούς χάνοντας τον εαυτό του. Αν έχεις κάτι αληθινό να πεις, ο κόσμος θα το βρει, ακόμα κι αν περάσουν χρόνια. Η αυθεντικότητα είναι το μόνο διαβατήριο που δεν λήγει ποτέ.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.