Την ήθελε, είπε χθες από κοινοβουλευτικού βήματος ο Πρωθυπουργός, αυτή τη συζήτηση. Γιατί, όπως ανέφερε, θεωρούσε ότι θα τους δοθεί μια ευκαιρία να μιλήσουν «ευρύτερα για το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου» και την τοξικότητά του.
Παρ’ όλα αυτά, ένιωσε την ανάγκη να επισημάνει μια «μεγάλη αντίφαση»: πως άλλα απασχολούν το Κοινοβούλιο κι άλλα την ελληνική κοινωνία. Αντί στο πρώτο να ανταλλάσσουν απόψεις και λύσεις για τις επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία, την ακρίβεια, τις ανατιμήσεις, την αγορά καυσίμων, συζητούν για τις υποκλοπές, διαπίστωσε (βέβαια, κατά τα λεγόμενά του, ο κόσμος «στα τραπέζια το Πάσχα» κουβέντιαζε μόνο «για τα παιδιά τους» που «είναι κολλημένα στα κινητά τηλέφωνα», δεν υπολόγιζε πόσα χρήματα χρειάστηκε για μετακινήσεις ή εορταστικά εδέσματα).
Η κυβερνητική ανάλυση, που διακρίνει ότι τα ζητήματα του κράτους δικαίου δεν ενδιαφέρουν τους πολίτες όσο τα οικονομικά της καθημερινότητάς τους, δεν είναι άστοχη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως μια πολιτική αντιπαράθεση πάνω στα τελευταία θα αποδεικνυόταν προνομιακό πεδίο για τους κυβερνώντες, όπως υπονόησε ο επικεφαλής του υπουργικού συμβουλίου. Μια διαγώνια ματιά στα γκάλοπ το επιβεβαιώνει – το ίδιο και τα υπόλοιπα κεφάλαια της ατζέντας των πολιτικών τους αντιπάλων.
Αμφιβολία
Στελέχη της αντιπολίτευσης δεν παραλείπουν να διαβάσουν στα κανάλια νούμερα που αποτυπώνουν τις δυσκολίες στην κατάρτιση των οικογενειακών προϋπολογισμών επειδή πιάνουν το κλίμα. Για παράδειγμα, οι αριστεροί δεν άφησαν ανεκμετάλλευτη την πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα κατέγραψε το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην ΕΕ, με ρυθμό +10,1%.
Ο, δε, τομέας Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ έχει ήδη υπογραμμίσει πως τα στοιχεία που δημοσίευσε προχθές η ΕΛΣΤΑΤ «διαψεύδουν για άλλη μια φορά την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας», αφού «η ετήσια αύξηση του πληθωρισμού τον Μάρτιο κατά 3,9% και κατά 2,6%, σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο 2026, καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση παραμένει παθητικός θεατής των δυσμενών εξελίξεων»(προσθέτοντας ότι ο τραμπικός πόλεμος απλά παγίωσε «την υφιστάμενη δυναμική της ακρίβειας»). Οι πολιτικές μάχες στα οικονομικά αλώνια δεν σταματούν ποτέ, λοιπόν.
Εξάλλου, κανένας επαγγελματίας της πολιτικής δεν αμφισβητεί τον κανόνα που υποστηρίζει πως η οικονομία κρίνει εκλογικά αποτελέσματα. Αλλη είναι η αμφιβολία που δηλητηριάζει το γαλάζιο στρατόπεδο: η αμφιβολία για το αν έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης μπορεί μια κυβέρνηση να εξαφανίσει την πιθανότητα της τιμωρητικής ψήφου με την επίκληση μακροοικονομικών δεικτών.






