Συναγερμό στις τάξεις των φίλων της παλαιάς μουσικής σήμανε η άφιξη του βρετανού αρχιμουσικού Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ στην Αθήνα, ο οποίος παρουσίασε, μαζί με τη νέα του ορχήστρα, ένα πρόγραμμα απαρτιζόμενο εξ ολοκλήρου από έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Η συναυλία της 3ης Απριλίου 2026, που έλαβε χώρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, έδωσε την ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να απολαύσει έξοχες και ιστορικά ενημερωμένες εκτελέσεις, με τον άγγλο μετρ του μπαρόκ να διευθύνει τη νεότευκτη Χορωδία και την Ορχήστρα «Constellation», η οποία έπαιξε, φυσικά, σε όργανα εποχής.
Η αρχή έγινε με την εκκλησιαστική καντάτα «Οι ουρανοί αγάλλονται! Χαίρει η πλάσις» BWV (αριθμός καταλόγου) 31, την οποία συνέθεσε ο Γ.Σ. Μπαχ για τον εορτασμό της Κυριακής του Πάσχα, το 1715, βασισμένη σε βιβλικής έμπνευσης κείμενο του γερμανού λιμπρετίστα Σάλομον Φρανκ. Η ορχηστρική εισαγωγή αποδόθηκε με ζωηρό και ρυθμικά ακριβή παλμό, αλλά οι φυσικές τρομπέτες ανέπτυξαν σολιστικές διαθέσεις και ήχησαν έντονα αιχμηρές, με στιγμιαία φαλτσαρίσματα. Η χορωδία επένδυσε το μουσικό ακρόαμα με θαυμαστή ομοιογένεια και όμορφη πλοκή των ανδρικών και των γυναικείων φωνών, χωρίς να υπερκαλύπτουν τις διακριτές ηχοχρωματικές υφές των οργάνων. Από τους σολίστ, που συμμετείχαν παράλληλα και ως μέλη της χορωδίας, ξεχώρισε η υψίφωνος Hilary Cronin τόσο για την ολοκάθαρη και δραματουργικά πειστική εκφορά του αδόμενου λόγου όσο και για τον γλαφυρό διάλογό της, στην τελευταία άρια, με το άριστο σόλο όμποε, του οποίου το τίμπρο διέθετε σπάνιες ποιότητες ανθρώπινης έκφρασης.
Ακολούθως, παρουσιάστηκε η δημοφιλής καντάτα με τίτλο «Μείνε μαζί μας, γιατί βραδιάζει» BWV 6, την οποία συνέθεσε ο Κάντορας της Λειψίας το 1725 και η οποία πρωτοεκτελέστηκε τη Δευτέρα του Πάσχα εκείνου του έτους. Κατ’ αναλογίαν προς το προηγούμενο, στο έργο αυτό διακρίθηκε η άλτο Eline Welle για την ιδιαίτερα γλυκιά χροιά της φωνής της και το μεστό τραγούδι της, που συνοδεύτηκε άρτια από το όμποε «ντα κάτσια», ένα ιστορικό ξύλινο πνευστό με κωνική απόληξη, που χρησιμοποίησε κατά κόρον ο Μπαχ στα έργα του. Θετικές εντυπώσεις άφησαν, κι εδώ, οι γυναικείες φωνές της χορωδίας, που διαλέχθηκαν όμορφα με το πολύ φροντισμένο σόλο της κορυφαίας βιολοντσελίστριας του συνόλου, ενώ ικανοποιητικές υπήρξαν οι μεμονωμένες συνεισφορές του βαθύφωνου Jack Comerford, αλλά κυρίως εντυπωσίασαν η κρυστάλλινη άρθρωση και η στεντόρεια δυναμική έκφραση, με τις οποίες ερμήνευσε τα μέρη του ο βρετανός τενόρος Jonathan Hanley.
Το κυρίως πιάτο
Μετά το διάλειμμα, προσφέρθηκε στο κοινό το κυρίως πιάτο της βραδιάς: το ενδεκαμερές «Πασχαλινό Ορατόριο» BWV 249 του Γ.Σ. Μπαχ. Το εναρκτήριο ορχηστρικό μέρος αποδόθηκε με σβέλτο αλλά σταθερό τέμπο, το οποίο διασφάλισε τη σωστή ροή της μουσικής αφήγησης και επέτρεψε στις τρομπέτες και τα τύμπανα να ξεδιπλώσουν άνετα τις έκτακτες συνεισφορές τους, προσδίδοντας τον παλμό ενός Βραδεμβούργιου Κοντσέρτου. Στο αντάτζιο ξεχώρισε η θαυμαστή διαφάνεια του σόλο φλάουτου, ενώ το χορωδιακό που επακολούθησε εντυπωσίασε με το εκρηκτικά θεατρικό αλλά πάντοτε συγχρονισμένο tutti, υπό την άοκνη διεύθυνση του Γκάρντινερ.
Τα ενδιάμεσα ρετσιτατίβο διατήρησαν το ενδιαφέρον τού ακροατή χάρη στην αφηγηματική ροή και την ολοκάθαρη εκφορά τού γερμανικού κειμένου, κυρίως από τις ανδρικές φωνές, ενώ οι γυναικείες φωνές αναμετρήθηκαν καλύτερα με τις άριες. Ειδικότερα, συνεπής και λαμπερή υπήρξε η υψίφωνος στο πέμπτο μέρος «Seele, deine Spezereien», αλλά ομολογουμένως τις εντυπώσεις έκλεψε η ολλανδή άλτο Eline Welle στην άριά της «Saget, saget mir geschwinde» με την αίσθηση του ρυθμού, την ορθοτονία και την ωραία προφορά του αδόμενου λόγου. Το καταληκτικό χορωδιακό μέρος επέστρεψε στη ρε μείζονα, με την οποία ξεκίνησε το έργο, δίνοντας έναν θριαμβικό τόνο και ένα μεγαλειώδες κλείσιμο, που βρήκε τον Γκάρντινερ και τους σολίστ καταχειροκροτούμενους από το αθηναϊκό κοινό. Τόσο παρατεταμένες υπήρξαν οι επευφημίες, ώστε ο άγγλος μαέστρος ξαναέπαιξε, ως ανκόρ, μέρος της πρώτης καντάτας «Οι ουρανοί αγάλλονται! Χαίρει η πλάσις», ικανοποιώντας το διψασμένο ακροατήριο.
Ο Γιώργος Μαρκογιαννόπουλος είναι κριτικός μουσικής, μέλος ΕΕΘΜΚ






