Η Ιερουσαλήμ μένει σε νύχτα αγρύπνιας. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται». Ο ερχομός του Νυμφίου διαστέλλει τα όρια του χρόνου. Πάνω στο κρύο μάρμαρο του Τάφου χαράσσεται η αγωνιώδης προσπάθεια της μνήμης να συγκρατήσει τον Αιώνιο. Οι χριστιανικές ομολογίες κατοικούν στην ίδια στενή περιφέρεια του θαύματος, μ’ άγρυπνο βλέμμα κι οχυρωμένη ψυχή. Οι κληρικοί περνούν με τόση ακρίβεια, ώστε κάθε τους βήμα δίνει την εντύπωση δρώμενου, που επαναλαμβάνεται για να κρατήσει τον κόσμο στη θέση του.
Η ρύθμιση του χώρου, του χρόνου, της κίνησης μέσα στον Ναό ακολουθεί τη λογική της αμοιβαιότητας και της αναδιανομής, η οποία θυμίζει πολύ περισσότερο τις αρχαϊκές μορφές κοινωνικής ενσωμάτωσης παρά το σύγχρονο συμβόλαιο. Το Status Quo, αυτό το θαυμαστό μνημείο παγωμένων αυτοκρατορικών φιλοδοξιών, κατάφερε κάτι εξόχως σπάνιο στην ιστορία των ανθρώπινων θεσμών. Μετέτρεψε την αδυναμία συμφιλίωσης σε μόνιμη μορφή συνύπαρξης, και τη συνύπαρξη σε κάτι, που μοιάζει τρομακτικά με ιερότητα.
Η θεσμική αρχαιολογία αυτής της αδυσώπητης ισορροπίας οδηγεί στα μέσα του 19ου αιώνα. Το φιρμάνι του Αβδούλ Μετζίτ Α’ το 1852 επέβαλε μιαν απέλπιδα παύση επί της ιστορικής κινητικότητας, κατοχυρώνοντας τις εδαφικές διατάξεις Ορθοδόξων, Λατίνων, Αρμενίων, Κοπτών, Συροχαλδαίων και Αιθιόπων, κατά την ακριβή μορφή, που είχαν προσλάβει μέσα στην έκτακτη ρευστότητα της εποχής. Ο οίστρος για τον έλεγχο των Προσκυνημάτων είχε, άλλωστε, υπερβεί, προ πολλού, τα συμβατικά όρια της θεολογικής απόκλισης.
Η τσαρική Ρωσία διεκδικούσε την αποκλειστική προστασία των ομοδόξων υπηκόων της Υψηλής Πύλης, την ίδια ώρα, που η αυτοκρατορική Γαλλία προωθούσε επιθετικά τα δικά της συμφέροντα στην Ανατολή. Η έριδα για την κλοπή του αργυρού αστέρος από τη Βασιλική της Βηθλεέμ αιτιολόγησε την αιματοχυσία του Κριμαϊκού Πολέμου. Εκτοτε, τα ευρωπαϊκά κράτη μετέτρεψαν το πρωτόκολλο της λιτανείας σε jus cogens της υπερεθνικής τάξεως. Οι Συνθήκες των Παρισίων και του Βερολίνου φυλάκισαν το ιερό βίωμα μέσα σε απαραβίαστες, κοσμικές εγγυήσεις.
Το οδυνηρό απόσταγμα αυτής της καταναγκαστικής ειρήνευσης προσλαμβάνει απτή υπόσταση σ’ ένα τμήμα πεπαλαιωμένης ξυλείας. Πάνω από την κύρια είσοδο του Ναού, η «Ακίνητη Σκάλα» παραμένει ριζωμένη στο ίδιο περβάζι τουλάχιστον από το 1728. Καμία κοινότητα δεν νομιμοποιείται να τη μετακινήσει αυτοβούλως. Ο ελάχιστος ανασχηματισμός του υλικού χώρου απαιτεί την ομόφωνη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών, συνθήκη πρακτικά ακατόρθωτη. Ο λιθόκτιστος περίβολος παύει να νοείται ως ουδέτερο σκηνικό πνευματικής ανάτασης. Μεταβάλλεται σε ανελαστικό χάρτη κυριαρχικών δικαιωμάτων, καθιστώντας τον χώρο αιώνιο όμηρο της ανθρώπινης ανασφάλειας. Η τάξη αξιώνει την πλήρη νέκρωση της κίνησης, προκειμένου να διασωθεί η ελάχιστη δυνατή συνύπαρξη. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία».
Ανάμεσα σε τόσες ασύμπτωτες αξιώσεις, η Ελληνορθόδοξη πρωτοκαθεδρία διατηρεί ιδιάζουσα βαρύτητα, σχεδόν ελεγειακή, σαν να της αναλογεί η μνήμη ενός κόσμου, που έχασε το πρόσωπο της ισχύος μα κράτησε το μυστικό της διάρκειας. Διαφυλάσσει το ύστατο επιζών θραύσμα του Αυτοκρατορικού Ελληνισμού των Μέσων Χρόνων. Η βυζαντινή πολιτική οντότητα κατέρρευσε ολοσχερώς στα πεδία των μαχών, διατήρησε, όμως, την ιδεολογική της ηχώ και τη θρησκευτική της εμβέλεια στην Ανατολή.
Η κυριαρχία στην Αγία Γη παρατάθηκε τεχνητά διά της μακράς οθωμανικής ανοχής και της δυτικής διπλωματικής συναίνεσης. Ο ελληνικός μεσαιωνικός κόσμος βρήκε καταφύγιο σ’ αυτό το ιδιότυπο νομικό θερμοκήπιο. Το λαϊκό αίσθημα αφομοίωσε το τραυματικό παρελθόν, κι η αγωνία για επιβίωση μετεβλήθη σε άρτια τελετουργική ευταξία. Οι λυσσαλέες αυτοκρατορικές έριδες έχουν πια σιγήσει, οχυρωμένες πίσω απ’ την αυστηρή ιερότητα των ύμνων. Κι όμως, μέσα στο πένθος, η πόλη ακόμη αρνείται να παραιτηθεί απ’ την Ανάσταση. Το διπλωματικό ψύχος των συνθηκών συναντά τα ανθρώπινα όριά του μπροστά στο αρχέγονο, ακατανίκητο Φως του κενού μνημείου.
Ο Ευστάθιος Λιανός Λιάντης είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής της Θρησκείας και Θρησκευτικής Διπλωματίας του Πανεπιστημίου Αθηνών






