Ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, καλλιτέχνες που συνεργάστηκαν μαζί της σε διαφορετικές περιόδους, αποχαιρετούν με αναμνήσεις και στιγμιότυπα την κορυφαία ενός είδους και μιας εποχής.
Γιώργος Νταλάρας: «Η ανάγκη, αγόρι μου»
Να είσαι 19 χρόνων, να ζεις με τη μουσική, να μαθαίνεις το τραγούδι από τον Μπιθικώτση και τον Καζαντζίδη και να σε καλεί η Μαρινέλλα να τραγουδήσεις μαζί της… Θέλει μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κάποιος τα συναισθήματά σου.
Τόσο ήμουν και με τα δύσκολα μπροστά μου, όταν η Μαρινέλλα μου πρόσφερε απλόχερα – εκτός από δουλειά – αγάπη, ασφάλεια, ζεστασιά και τις γνώσεις της. Υπήρξα λοιπόν ένας τυχερός άνθρωπος.
Εμαθα πολλά κοντά της, θαύμασα τις ερμηνείες της, την παρουσία της στη σκηνή και κυρίως την αγωνία της να μάθει σε βάθος ό,τι έχει σχέση με το τραγούδι. Γνώση που ποτέ δεν ολοκληρώνεται.
Εργατική, στοχοπροσηλωμένη κι επίμονη μέχρι το τέλος. Τραγουδούσε και μάθαινε. Μάθαινε και τραγουδούσε. Δεν έχω δει άλλον τραγουδιστή, που δεν είναι ο ίδιος μουσικός, να κατανοεί τόσο βαθιά αυτή την τέχνη. Οι δεύτερες φωνές της ήταν σχολείο. Σαν πρώτες και καλύτερες! Δεν μπορείς να φανταστείς αυτά τα τραγούδια με άλλη φωνή.
Στις πρόβες ερχόταν πρώτη κι έφευγε τελευταία. Ηξερε όλους τους μουσικούς, τις ζωές τους, τις αγωνίες τους, είχε όλες τις πληροφορίες για τις οικογένειές τους κι αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Σεβόταν τους συναδέλφους της που άξιζαν, παλαιότερους και νεότερους και μιλούσε πάντα με σεβασμό γι’ αυτούς και τα καλά τραγούδια τους.
Απίστευτη πάνω στη σκηνή. Θηρίο ανήμερο! Στη ζωή της όμως ήταν μια αφοσιωμένη μάνα που λάτρευε την οικογένειά της και τους φίλους της. Πολύ καλή μαγείρισσα, οδηγούσε καταπληκτικά, τα χέρια της πιάνανε.
Μια επιδέξια γυναίκα που τίποτα δεν της χαρίστηκε. Εζησε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες κι ανατροπές. Δεν το έβαλε κάτω, αντέδρασε σε νοοτροπίες χρόνων, έσπασε ταμπού, άνοιξε πόρτες. «Τι σε έκανε και ρίσκαρες έτσι», τη ρώτησα τότε στην αρχή. «Η ανάγκη, αγόρι μου», μου απάντησε. Αυτή η ανάγκη τη δυνάμωσε και την πήγε πέρα από το όνειρο.
Η Μαρινέλλα με ακτινογραφούσε. Χωρίς ποτέ να σχολιάσει, ήξερε τι μου αρέσει και με τι διαφωνώ. Με έπαιρνε τηλέφωνο πριν από κάποιες παραστάσεις της, θυμάμαι συγκεκριμένα μια από αυτές ήταν στο Μέγαρο, και μου έλεγε: «Αυτή τη δουλειά πρέπει να τη δεις, είναι από αυτές που θα σου αρέσουν».
Χρόνια μετά την πρώτη συνεργασία, δουλέψαμε στο Μέγαρο Μουσικής και μετά, σε περιοδεία, κάναμε μια σειρά συναυλιών με ωραία τραγούδια – διφωνίες τα περισσότερα. Με συγκίνησε η ασφάλεια, η σιγουριά και η εμπιστοσύνη που μου έδειξε.
Ενιωσα σαν να της «επιστρέφω» ένα πολύ μικρό κομμάτι από την απέραντη αγάπη κι ευγνωμοσύνη που θα νιώθω σε όλη μου τη ζωή για εκείνη. Για τον πιο γενναιόδωρο άνθρωπο που γνώρισα σε αυτή τη δουλειά. Οταν ξεκίνησα ήμουν ένα αγρίμι, όλο αγωνία, ανησυχίες κι ερωτηματικά. «Ηρέμησε, γιε μου, όλα θα γίνουν!», μου έλεγε. Κι εγώ την ένιωθα σαν δεύτερη μάνα.
Την ευχαριστώ για όλα!
Μανώλης Μητσιάς: «Πρότεινε διαφορετικές περσόνες για τη σκηνή»
η απουσία της θα είναι πάντα αισθητή. Η προσφορά της ήταν τεράστια, ιδιαιτέρως στις τραγουδίστριες αλλά και γενικότερα στο ελληνικό τραγούδι. Γνώριζα τη σπουδαία φωνή της και το καλλιτεχνικό της εκτόπισμα, όμως όταν οι πορείες μας συναντήθηκαν πριν από είκοσι χρόνια που κάναμε μια μεγάλη περιοδεία στην Αμερική και την έζησα περισσότερο, διαπίστωσα πόσο καλή επαγγελματίας ήταν και πόσο ωραίος άνθρωπος.
Ηταν πάρα πολύ δοτική. Δεν δίσταζε να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη είτε ήταν τραγουδιστής, είτε ήταν μουσικός, είτε φίλος. Σε έκανε με τον απλό τρόπο που συμπεριφερόταν να αισθανθείς άνετα μαζί της. Ηταν εκεί για να δώσει λύσεις σε όποιο πρόβλημα παρουσιαζόταν. Εργάστηκε για ν’ αλλάξουν πολλά στις συνθήκες που επικρατούσαν στα κέντρα διασκέδασης. Τόλμησε να αλλάξει όμως και την εικόνα της και να προτείνει διαφορετικές περσόνες για τη σκηνή.
Αφησε πίσω της τη θαυμάσια φωνή της και τα τραγούδια που σημάδεψε με τις υπέροχες ερμηνείες της. Ηταν μια πολύ έξυπνη καλλιτέχνις που αξιοποιούσε τόσο το ένστικτό της όσο και την τεχνική της για να φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων της. Επίσης είχε την ευκολία να μπορεί να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις διαφορετικών ειδών. Η Μαρινέλλα σκηνοθετούσε τον εαυτό της και γνώριζε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει σε κάθε στιγμή.
Ελευθερία Αρβανιτάκη: «Χαμήλωνε το μικρόφωνο και η φωνή συνέχιζε δυνατή»
Τη Μαρινέλλα δεν την είχα γνωρίσει ουσιαστικά. Είχαμε συναντηθεί μόλις δύο φορές σε κοινή παρέα, σε στιγμές σύντομες αλλά αρκετές για να σχηματίσω μια πρώτη εντύπωση. Παρ’ όλα αυτά, είχα ακούσει πολλά από φίλους και συνεργάτες της, ανθρώπους που τη γνώριζαν καλά και μιλούσαν για εκείνη με ειλικρινή θαυμασμό. Επρόκειτο για μια εξαιρετικά γενναιόδωρη γυναίκα, με μια σπάνια ικανότητα να στέκεται δίπλα στους ανθρώπους της και να είναι μια αληθινή φίλη.
Στο πρόσωπό της έβλεπα μια γυναίκα δυναμική και τολμηρή, ιδιαίτερα για την εποχή της, μια προσωπικότητα που δεν φοβήθηκε να ξεχωρίσει, να διεκδικήσει, να προχωρήσει πέρα από τα καθιερωμένα. Η σκηνική της παρουσία ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή – είχε μια δύναμη. Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς πως κατάφερε, με τον δικό της τρόπο, να αλλάξει τους κανόνες και να επαναπροσδιορίσει το τι σημαίνει να είσαι ερμηνεύτρια πάνω στη σκηνή.
Σπουδαία τραγουδίστρια, με μια φωνή που δύσκολα θα επαναληφθεί, γεμάτη εκφραστικότητα, δύναμη και συναίσθημα, ικανή να μεταφέρει κάθε λέξη με μοναδική ένταση. Ολα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τη στιβαρή προσωπικότητά της, είναι εκείνα που τη διαμόρφωσαν ως μια πραγματικά μεγάλη καλλιτέχνιδα. Οι ερμηνευτικές της δυνατότητες ήταν, χωρίς υπερβολή, ασύλληπτες. Οσοι είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί της μιλούν για έναν υπέροχο συνεργάτη, έναν άνθρωπο με επαγγελματισμό, ευγένεια και βαθιά γνώση της μουσικής.
Οι ίδιοι τονίζουν πως η μουσική της κατάρτιση ήταν πέρα από άρτια, διέθετε μια φυσική ευφυΐα και ακρίβεια που την έκαναν να ξεχωρίζει σε κάθε της εμφάνιση.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια συναυλία: την ώρα που τραγουδούσε, χαμήλωνε το μικρόφωνο και η φωνή της συνέχιζε να ακούγεται καθαρή, δυνατή, σχεδόν αβίαστη. Ηταν μια στιγμή πραγματικά συγκλονιστική, που αποκάλυπτε όχι μόνο το μέγεθος του ταλέντου της αλλά και τον απόλυτο έλεγχο που είχε πάνω στη φωνή της. Και το πιο εντυπωσιακό ήταν πως μπορούσε να το κάνει αυτό σε μια ηλικία που για πολλούς καλλιτέχνες θεωρείται ήδη απαιτητική.
Ολα αυτά συνθέτουν την εικόνα μιας σπουδαίας γυναίκας και μιας ανεπανάληπτης ερμηνεύτριας, που άφησε το δικό της ξεχωριστό αποτύπωμα και θα συνεχίσει να εμπνέει για πολλά χρόνια ακόμη.
Σταμάτης Κραουνάκης «Του λαϊκού, αλλά έπαιζε το ελαφρό στον πόντο»
Εκτιμηθήκαμε βαθύτατα. Με είχε για ιδιάζοντα. Αλλά όταν μίλαγε τα λόγια στα τραγούδια ήταν υψηλής ποιότητας τεχνίτρα. Δεν ήθελε να παίξει τη Σουέζ (σ.σ.: στο σίριαλ «Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Κώστα Κουτσομύτη, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη). Τελικά την καταφέραμε ή μάλλον είδε η ίδια ότι κάτι θα κέρδιζε απ’ αυτό. Το στούντιο ήταν ένα γλέντι. Πρότεινα λόγω ιδιομορφίας του βιβλίου μπουλούκι του 1950. Να ηχογραφήσουμε όλοι μαζί. Ορχήστρα, θίασος και η Μαρινέλλα με παχιά κοτσίδα. Στο στούντιο του Κοσμά στον Χολαργό. Πανηγύρι. Κράου στο πιάνο. ΠΡΟΒΑ εγγραφή!
Ερχόταν από πάνω, μου χάιδευε το κεφάλι καμιά φορά. «Καλέ εσύ μοσχοβολάς. Παχύς και να μοσχοβολά». Και τι θίασος, άλφα όλοι. Δεν ήθελε να πει τη φράση «είσαι θεά» (σ.σ.: στο κομμάτι «Νύχτα θεά»). «Αυτό να το λεν οι άλλοι». Κράτησε για την πάρτη της το ειρωνικό. «Ναι, είμαι θεά. Κι όπως πάω θα ‘μαι ωραία γριά». Το γκλισάντο της στο ομώνυμο των τίτλων μνημειώδες. Σκληρή; Μπορεί, αλλά και απολύτως γνήσια. Η εταιρεία της τότε δεν ήθελε να το βγάλει διπλό CD. Επέμενα να βγει όλο το έργο, γιατί ένιωθα ότι συνοπτικά είναι αποτύπωμα εποχής. Και κάτι τελευταίο. Ναι μεν του λαϊκού, αλλά έπαιζε και το ελαφρό στον πόντο. Τραγουδιάρα όπως έλεγε και η ίδια. Εις το επανιδείν!
Γιώργος Νανούρης: «Μοίρασε τα πάντα στους δύο κόσμους της»
Και τώρα πρέπει να πω δυο λόγια για εκείνην. Μα πώς να χωρέσει σε δυο λόγια το εκτόπισμά της; Τι να πρωτοθυμηθώ; Η τεράστια προσωπικότητά της ήταν καταιγιστική. Σαν ένας τυφώνας θετικής ενέργειας που σάρωνε τα πάντα γύρω της και σε έπαιρνε και εσένα μαζί του, θέλοντας και μη.
Οπως και να ήσουν όταν βρισκόσουν μαζί της, γιατρευόσουν. Εξέπεμπε φως, χαμόγελο και αγάπη. Δεν γινόταν να μην την αγαπάς. Εργατική, ακούραστη, καλοσυνάτη, κεφάτη, δυνατή και δυναμική, σε όλα υπερταλαντούχα, αφοσιωμένη τόσο στη δουλειά όσο και στη ζωή. Ηξερε να ζει.
Σούπερ σταρ και ντίβα στη σκηνή, μια απλή, κανονική μάνα και γιαγιά στη ζωή. Είναι πάρα πολλές οι αναμνήσεις, πάρα πολλές οι στιγμές μαζί της, πολλά τα χρόνια, οι παραστάσεις, τα φαγητά στα εστιατόρια, τα πρωινά τηλεφωνήματα, οι αμέτρητες πρόβες, οι αγκαλιές, τα φιλιά, τα τραγούδια, το χαρακτηριστικό άρωμά της, τα σχέδια για το μέλλον που δεν σταμάταγαν.
Ηταν ένας υπέροχος, σπάνιος άνθρωπος. Την αγάπησα πάρα πολύ. Και μ’ αγάπησε και εκείνη και μου το έδειχνε με πολλούς τρόπους.
Είμαι τυχερός, το ξέρω. Και τώρα κλαίω όχι μόνο για εκείνην που έφυγε, αλλά και για μια ολόκληρη εποχή που πήρε μαζί της…
Η Μαρινέλλα έφυγε τότε, όπως ακριβώς θα ήθελε: τραγουδώντας, λουσμένη απ’ τους προβολείς, πάνω στη σκηνή, μπροστά στα μάτια του κοινού που εκείνη υπηρέτησε και εκείνο τη λάτρεψε.
Η Κυριακή Παπαδοπούλου έφυγε τώρα, ήσυχα στο σπίτι της δίπλα στην πολυαγαπημένη της οικογένεια.
Για άλλη μια φορά μοίρασε τα πάντα ακριβοδίκαια στους δυο κόσμους της.






