Η δεύτερη φωνή στο «Εχω μι’ αγάπη όλο δική μου» από την «Πολιτεία Α’» του Μίκη Θεοδωράκη. Σε λίγες άλλες στιγμές ο Καζαντζίδης ακούγεται τόσο συμφιλιωτικός και τόσο λαμπερό ένα τραγουδιστικό ντουέτο. Ακούγεται με τα ηχεία στο τέρμα.
Η συμμετοχή της στο «χρυσό κάδρο» με τον Καζαντζίδη και τον Νίκο Κούρκουλο από τους «Αδίστακτους» του Ντίνου Κατσουρίδη. Ο απόλυτος λαϊκός ερμηνευτής, ο ζεν πρεμιέ μιας εποχής και η γυναίκα που θα χειραφετούνταν από τα στερεότυπα της κοινωνίας τραγουδούν με εναλλασσόμενες διφωνίες το «Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός» των Γιάννη Μαρκόπουλου – Δημήτρη Χριστοδούλου. Σαν να μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε ένα καρέ – πράγμα αδύνατο – τα ελληνικά sixties.
Στην «Ομορφη πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη (από τους «Λιποτάκτες») διαφαίνεται η πορεία μιας τραγουδίστριας που ξεκινάει από μέτζο για να γίνει κοντράλτο σε μία από τις επόμενες «καριέρες» της.
Το ένστικτο που την καθοδηγεί για να βρει τη θέση της ανάμεσα στην χατζιδακική Νάνα Μούσχουρη, την Τζένη Βάνου και τη Βίκυ Μοσχολιού των μεγάλων συνθετών. Θα επιλέξει τις συνεχείς μεταμορφώσεις και θα αναδειχτεί σε απόλυτη survivor μέσα σε μια βιομηχανία που θέλει να «κόβει» δίσκους, να πακετάρει τις επιθυμίες των ακροατών και να απορρίπτει τις κόπιες.
Το «Με πνίγει τούτη η σιωπή» του Γιάννη Σπανού επιλέγεται έως σήμερα ακόμη και από ακροατές που δεν δηλώνουν θαυμαστές της. Η ερμηνεία της είναι την ίδια στιγμή ελεγχόμενη, «υπόγεια» και σαρωτική.
Ξεχωριστή στιγμή στην προσωπική της διαδρομή η συμμετοχή της μαζί με τη Βούλα Σαββίδη και τον Γιώργο Φωτόπουλο στον δίσκο του – αριστερού, παρεμπιπτόντως – Χρήστου Λεοντή «Δώδεκα παρά πέντε» (1971). Με τραγούδια μάλιστα που είχαν σαφείς υπαινιγμούς για το καθεστώς της εποχής («Ερημο πουλί», «Εναν καιρό», «Ασπρο μου ρόδο», «Ζωή να σε χαρώ» κ.ά.). Ο Λεοντής είχε αναφέρει σε συνεντεύξεις του ότι από τις πολλές αλλαγές των στίχων που του επέβαλε η λογοκρισία της Χούντας δεν θυμάται με ποια λόγια, τελικά, μπήκαν στον δίσκο τα τραγούδια.
Το «Μια βραδιά με τη Μαρινέλλα» (16 Μαρτίου 1972) και «Μια βραδιά με τη Μαρινέλλα 2» (6 Απριλίου 1973) θεωρούνται οι πρώτες ζωντανές ηχογραφήσεις προγράμματος που κυκλοφόρησαν σε δίσκο. Αλλη μία ένδειξη των αλλαγών που επέβαλε σταδιακά στον χώρο της ψυχαγωγίας.
Ο άτυπος διάλογος ανάμεσα σε δύο «σκόρπια» τραγούδια της: το «Πρέπει να φύγω» του Γιάννη Πάριου (1989) και το «Δεν θέλω πια να με θυμάσαι» (1990) του Τάκη Μουσαφίρη.
Μια αντίστιξη: η bigger than life ερμηνεία στο «Αγάπη» (I who have nothing). Η χαμηλόφωνη στο «Τώρα ζω» από τη «Συνάντηση» (1987)του Κώστα Χατζή, σε στίχους Γιάννη Τζουανόπουλου. Προς ανακάλυψη…
Το σχεδόν αυτοβιογραφικό «Νύχτα θεά» με τη σφραγίδα του Σταμάτη Κραουνάκη από το άλμπουμ «Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες». Από εκεί και το δραματικό «Ξέχασέ μας»: «Στα καλύτερα έργα η αγάπη γεννάει συμφορά».
Οι διφωνίες με τη Σωτηρία Μπέλλου από τη «Μουσική βραδιά» του Γιώργου Παπαστεφάνου τον Νοέμβριο του 1976. Η δεύτερη φωνή στον Αντώνη Καλογιάννη στο «Δεν κλαίω» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Οι διφωνίες με τον Γιώργο Νταλάρα από το τηλεοπτικό σόου που σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής στον ΑΝΤ1 το 1994 (και η «γέφυρα» πάνω στη φωνή του από το live «Παράπονο»). Η «διφωνία» μέσω της τεχνολογίας στο «Κλαις» με τη Σοφία Βέμπο στη συναυλία του Ηρωδείου το 1999.
Αν δεν έχεις ακούσει Μαρινέλλα live, δεν έχεις ακούσει Μαρινέλλα έλεγε το παλιό σλόγκαν. Το «Ελα γι’ απόψε» του Χρήστου Χαιρόπουλου, το «Απόψε φίλα με» των Χιώτη – Κολοκοτρώνη από την ηχογράφηση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 1998. Η επανεκτέλεση στο «Μιλώ για τα παιδιά μου» από το αφιέρωμα στη Βίκυ Μοσχολιού με την Εθνική Ελλάδος των ερμηνευτριών το 2005. «Μια Κυριακή» των Γιάννη Σπανού – Λευτέρη Παπαδόπουλου από το αφιέρωμα στον δεύτερο το 2006.






