Την προηγούμενη φορά που μιλήσαμε μέσω Zoom κέρδισε το βραβείο Μπούκερ για το «Τραγούδι του προφήτη» (εκδ. Gutenberg, 2024). Αυτή τη φορά η αφορμή είναι η συμμετοχή του στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας, που συμπίπτει με την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Πιο πέρα από τη θάλασσα» (επίσης από τον Gutenberg, μτφ. Αγγελος Αγγελίδης – Μαρία Αγγελίδου). Σε αυτό ο ψαράς Μπολίβαρ, πιεσμένος από τα χρέη, βγαίνει με τη βάρκα του στον Ειρηνικό, παρά τις προειδοποιήσεις για έντονη κακοκαιρία. Από ανάγκη παίρνει μαζί του για βοηθό τον μόνο πρόθυμο να τον ακολουθήσει, τον νεαρό Χέκτορ. Η καταιγίδα ξεσπά και γρήγορα βρίσκονται χαμένοι στον ωκεανό. Χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας και έχοντας ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας, αναγκάζονται να παλέψουν όχι μόνο με τα κύματα, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό και όσα τους στοιχειώνουν.

Το «Πιο πέρα από τη θάλασσα» ξεκινά ως ιστορία επιβίωσης, αλλά εξελίσσεται σε υπαρξιακό στοχασμό. Ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα που σας οδήγησε να εξερευνήσετε τα όρια της ανθρώπινης αντοχής μέσα στην απομόνωση του ωκεανού;

Κατ’ αρχάς πρέπει να πω αστειευόμενος ότι έγραφα το μυθιστόρημα πριν από το 2019, οπότε αποκλείεται να θυμάμαι τα πάντα. Αλλά προφανώς υπήρχε μία ιστορία για δύο ψαράδες από ένα χωριό της Ιρλανδίας που απομακρύνθηκαν στη θάλασσα για να ακολουθήσει μία περίοδος αγωνίας. Και προφανώς δεν θα έμενα σ’ αυτή τη ρεαλιστική περιγραφή – δεν με ενδιέφερε. Αντιθέτως, ήθελα να μετατρέψω αυτή την περιπέτεια σε ένα πείραμα για τη γραφή. Τι θα μπορούσα να γράψω για δύο ανθρώπους που μένουν μόνοι μέσα στον ωκεανό και ο υπόλοιπος κόσμος «σβήνει» γύρω τους; Πόσο άνθρωποι παραμένουν και ποια ανθρωπιά αναζητούν;

Ο Μπολίβαρ και ο Χέκτορ αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς κόσμους: τον πραγματισμό απέναντι στη νεότητα, αν έπρεπε να μείνουμε σε ένα δίπολο. Πώς αναπτύξατε τη σχέση μεταξύ των δύο χαρακτήρων όσο οι βεβαιότητές τους αρχίζουν να καταρρέουν;

Πρόκειται για δύο όντως διαφορετικούς χαρακτήρες που τους ενώνει η ανάγκη της επιβίωσης. Και κάποια στιγμή αντιμετωπίζουν την επέλαση της αμείλικτης πραγματικότητας στη ζωή τους, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αρχική τους επιδίωξη. Ο Μπολίβαρ φαίνεται να επιλέγει τον πραγματισμό: πρέπει να συναντήσει την πραγματικότητα στα ίσα. Ο Χέκτορ, αντιθέτως, προσπαθεί να μείνει αποκομμένος από αυτήν. Αναδύεται στην περίπτωσή του μια πνευματικότητα, μια θρησκευτική σκέψη που φτάνει στα όρια του παρανοϊκού θεολογικού στοχασμού. Το ενδιαφέρον είναι φυσικά ότι έγραψα το μυθιστόρημα πριν από την έλευση του Covid, οπότε οι χαρακτήρες είχαν κάθε δικαίωμα να στέκονται φανταστικά απέναντι σε μια απειλή – η οποία, όπως αποδείχθηκε δεν ήταν και τόσο μακρινή.

«Μέρες που μοιάζουν με νύχτες ενός αρχαίου κατακλυσμού» γράφετε σε ένα σημείο και δεν είναι το μόνο όπου η θάλασσα και ο καιρός λειτουργούν σχεδόν σαν τρίτος, σιωπηλός χαρακτήρας. Πώς επηρέασε αυτό το απέραντο, αδιάφορο περιβάλλον τη γλώσσα και τον ρυθμό που επιδιώξατε;

Θέλω οι αναγνώστες να μπουν με έναν τρόπο στην ίδια βάρκα. Πρέπει να συναισθανθούν κάτι από τις κακουχίες, την πείνα και το αίσθημα απειλής που καταδιώκει τους δύο ήρωες. Πρέπει να αφήσω τον ρεαλισμό να εισχωρήσει και παράλληλα να διατηρηθεί μία συμβολική λειτουργία: να δούμε τη μεγαλειώδη σιωπή, την αδιαφορία και την κενότητα του κόσμου. Πρέπει να δώσω πρόσωπο σε δύο ανθρώπους τους οποίους περιβάλλει η άβυσσος. Το μυθιστόρημα είναι μια μεταφορά. Δύο ρημαγμένες ψυχές του ανθρώπινου είδους επιπλέουν με φόβο στον ωκεανό, ενώ δίπλα τους επιπλέουν σκουπίδια.

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας, αναφέρατε ότι «νομίζουμε πως είμαστε συνδεδεμένοι στο Διαδίκτυο, αλλά στην πραγματικότητα είμαστε μόνοι». Πώς συνδέεται αυτή η σύγχρονη αίσθηση αλλοτρίωσης με την απόλυτη μοναξιά που βιώνουν οι χαρακτήρες σας μέσα στη βάρκα;

Υπάρχει και εδώ όντως ένα απόλυτο αίσθημα αποξένωσης. Αλλά προσέξτε: ο Μπολίβαρ είναι αποξενωμένος ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό και προφανώς αυτό απηχεί μια πανανθρώπινη κατάσταση. Πώς μπορείς να δώσεις νόημα σε έναν κόσμο αποξένωσης; Ηταν ένα θεμελιώδες ερώτημα – και του φιλοσοφικού στοχασμού – κατά τον 20ό αιώνα. Πιστεύω πως δεν είναι πλέον. Δεν αποτελεί μέρος της δημόσιας συζήτησης επειδή όλα έχουν γίνει πολιτικά. Η σύγχρονη λογοτεχνία ασχολείται με «κοινωνικά» ή «πολιτικά» αιτήματα και αυτό προσωπικά με απογοητεύει. Υπάρχει πάντοτε ένα υπαρξιακό ερώτημα συμπαντικής διάστασης. Πόσο μόνοι έχουμε μείνει μέσα στο βασίλειο της τεχνολογίας, η οποία τεμαχίζει τις εμπειρίες μας; Γιατί νιώθουμε «πεταμένοι» και «χαμένοι» δίπλα στους άλλους; Ηθελα με έναν τρόπο να ξαναπιάσω αυτή τη συζήτηση.

Πολλοί κριτικοί συγκρίνουν το ύφος σας με εκείνο του Κόρμακ ΜακΚάρθι κάνοντας παράλληλα αναφορές στη «σιωπή» του Μπέκετ. Υπήρχαν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τους οποίους νιώθατε ότι βρίσκεστε σε «διάλογο»;

Ολοι όσοι δίνουν ακριβώς σημασία σ’ αυτή την κοσμική διάσταση των βασικών μας ερωτημάτων. Μ’ αυτούς αισθάνομαι ότι με συνδέει η ίδια ευαισθησία, απλώς ο καθένας επιλέγει να τραβήξει σε διαφορετική κατεύθυνση. Η ανθρώπινη φύση μέχρι το σημείο που συναντά τη μυθική της διάσταση μας ενδιαφέρι όλους. Και η πνευματική ασθένεια κάτω από το κοινωνικό επίπεδο. Σ’ αυτό το επίπεδο συναντιέμαι με τον «Μπάρτλεμπι τον γραφιά» του Μέλβιλ ή τον Ντοστογέφσκι ή τον Κόνραντ στην «Καρδιά του σκότους», για παράδειγμα.

Και πώς ισορροπεί κανείς ανάμεσα στην ανάγκη για δράση με τους εσωτερικούς μονολόγους των χαρακτήρων;

Το ταξίδι – ακόμη και μέσα σε μια βάρκα χαμένη στον ωκεανό – είναι ίδιο για όλους: είναι το ταξίδι προς τον εσώτερο εαυτό. Ακόμη και ως ταξίδι προς την Κόλαση να το δει κανείς – που έχει πολλά χαρακτηριστικά -, δεν παύει να υπονοείται η εξερεύνηση του εσωτερικού προορισμού.

Το κλείσιμο του βιβλίου αφήνει μια αίσθηση τραγωδίας αλλά και ένα παράξενο είδος λύτρωσης. Η μοίρα των χαρακτήρων σας ήταν προδιαγεγραμμένη ή προέκυψε οργανικά μέσα από τη διαδικασία της γραφής;

Γνωρίζω πάντα το τέλος των βιβλίων μου. Με λυτρώνει σε όλη τη διαδικασία συγγραφής. Είναι σαν να φτιάχνω μια εξίσωση προς τα πίσω. Ολα τα γεγονότα που θέλω να αφηγηθώ και να περιγράψω μπαίνουν ξαφνικά σε μια σειρά. Οπότε, ναι, ήξερα την τύχη των ηρώων από την αρχή. Και κάτι ακόμη: όπως σε κάθε βιβλίο έθεσα έναν κανόνα, τον οποίο δεν έπρεπε να παραβώ. Στην περίπτωση αυτή ήταν ότι δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «μπλε» πουθενά για να μην παραπέμπει με τρόπο αυτόματο στη θάλασσα. Δεν φαντάζεστε την έκπληξή μου όταν ύστερα από καιρό μάθαινα ότι ο Ομηρος δεν χρησιμοποιεί την ίδια λέξη πουθενά στην «Οδύσσεια»…

Θεωρείτε το «Πιο πέρα από τη θάλασσα» έθεσε τις βάσεις για τη συνεχή εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης υπό συνθήκες ακραίας πίεσης, θέμα που ξαναφάνηκε στο βραβευμένο με Μπούκερ «Τραγούδι του προφήτη»;

Σίγουρα το μυθιστόρημα αυτό είναι ένας σταθμός προσωπικός. Στα βιβλία πριν από αυτό αναζητούσα το μυθικό μέσα στο ιστορικό. Μου φαινόταν πιο εύκολη προσέγγιση. Και είναι κάτι που κατά την άποψή μου δημιουργεί πλέον «θόρυβο» στη σύγχρονη λογοτεχνία. Αντιθέτως, στη «Θάλασσα» χρησιμοποίησα μία σύγχρονη συνθήκη τοποθετημένη σε μυθικό πλαίσιο. Δύο άνθρωποι μόνοι τους μέσα στο αφιλόξενο σύμπαν. Οσο και αν πασχίζουμε να ανακαλύψουμε μία τελεολογία στη ζωή μας το μυθικό στοιχείο συνεχίζει να μας συνοδεύει. Ποτέ δεν καταφέρνουμε να αποδράσουμε από τη μυθολογική τάξη της δομής του κόσμου.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.