Πριν από λίγα βράδια, ήμουν καλεσμένη στο σπίτι ενός φίλου. Θα μαγείρευε η μητέρα του, παλιά νοικοκυρά, από εκείνες για τις οποίες η μαγειρική είναι τυφλοσούρτης. Ανάμεσα στα άλλα, το μενού είχε και σουφλέ ζυμαρικών. Με παχιές ταλιατέλες, ζαμπόν και μπέικον, τίγκα στα τυριά και την κρέμα γάλακτος και μυρωδιά που μου έσπαγε τη μύτη από την είσοδο του σπιτιού. Είχα να φάω τέτοιο πράγμα από τη μάνα μου και ήταν το πρώτο που έβαλα στο πιάτο μου. Πριν απομασήσω, ωστόσο, την πρώτη μπουκιά, ένιωσα κάτι στην ατμόσφαιρα τριγύρω μου. Κατάλαβα αμέσως. Ημουν η αποσυνάγωγη, η μόνη που έτρωγε από αυτό το σουφλέ, «βόμβα» θερμίδων και λιπαρών. Ενας μόνο είχε «ξεψαχνίσει» τεχνηέντως λίγες ταλιατέλες, καθαρισμένες από τυριά και κρέμες. Συνέχισα να τρώω, απολαμβάνοντας μια γεύση που σπάνια βρίσκω πια. Εχει διαγραφεί από τους οικογενειακούς μπουφέδες και δεν σερβίρεται πλέον στα εστιατόρια.
«Η απόλυτη σεβεντίλα» σχολίασε κάποιος το σουφλέ, εννοώντας ότι ήταν στη μόδα τη δεκαετία του 1970, τότε που οι νοικοκυρές κοιμόντουσαν με την κρέμα γάλακτος κάτω από το μαξιλάρι τους. Την έριχναν απλόχερα παντού, μετατρέποντας τα πάντα «α λα κρεμ» και σκεπάζοντας τις γεύσεις των άλλων υλικών. Ηταν όμως νόστιμα τα άτιμα. Τέλος πάντων, πιάσαμε μια κουβέντα για φαγητά που τρώγαμε πολύ συχνά κάποτε και τώρα σπάνια τα βρίσκουμε. Το κοτόπουλο μιλανέζα, για παράδειγμα. Ή τις αρνίσιες κοτολέτες. Ή το ρύζι με συκωτάκια πουλιών. Ή τις γαρίδες κοκτέιλ που σέρβιραν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με μαγιονέζα ανακατεμένη με κέτσαπ και ουίσκι. Ή το μπιντόκ α λα ρους. Ή τα βολοβάν που δεν θυμάμαι ακριβώς τι ήταν. Και δεν μιλάω για τα μυαλά πανέ ή σαλάτα που έχουν απαγορευτεί για υγειονομικούς λόγους. Αλλά ακόμη και το ρολό κιμά με την αβγουλάρα στη μέση θα πρέπει να το «παραγγείλω» σε κάποια φίλη και αυτή να θέλει να μου κάνει τη χάρη.
Βεβαίως, λοιπόν, και υπάρχουν μόδες στο φαγητό. Οι πρώτες εκπορεύτηκαν από τη Χρύσα Παραδείση, τότε που σύστησε στις νοικοκυρές νέα, κυρίως έτοιμα, υλικά. Υστερα, ήταν τα εστιατόρια που άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια από τη δεκαετία του 1990 και να δημιουργούν διατροφικά τρεντ. Και φυσικά, πάνω απ’ όλα, οι βιομηχανίες· ειδικά δε τις τελευταίες δεκαετίες η επιβαλλόμενη ηθική. Αυτή είναι που διαμόρφωσε την πιο ισχυρή τάση των τελευταίων ετών, τον βιγκανισμό. Διατροφή και ακτιβισμός συγχρόνως, και μάλιστα με διακεκριμένη επιθετικότητα. Διότι, όσο και να λένε οι βίγκαν ότι σέβονται τις επιλογές των άλλων, το να αποκαλούν τα κρέατα πτώματα – άρα και όσους τα τρώνε πτωματοφάγους – είναι σαν κατάθεση ηθικής ανωτερότητας. Για να μην αναφέρω τα «ντου» σε σουβλατζίδικα και κρεοπωλεία.
Η Ευρώπη βάζει τάξη
Ο βιγκανισμός υπήρξε μια τάση που εκτοξεύθηκε από τις αρχές, περίπου, του 21ου αιώνα και είχε μια θεαματική άνοδο έως το 2020, οπότε και άρχισε να υποχωρεί. Ας έκανε κι αλλιώς. Η «αυτοκρατορία της εστίασης» αντεπιτέθηκε, λανσάροντας κοπές και κρέας μοσχαριών που τους έχουν κάνει μασάζ. Υπερβολές. Από την άλλη, η βιομηχανία βίγκαν τροφίμων λάνσαρε τα κρέατα που δεν είναι κρέατα και που βρίσκεις πια σε συνοικιακά σουπερμάρκετ. Μεγάλο πλήγμα για την κτηνοτροφία που δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι η Ευρωπαϊκή Ενωση.
Ετσι, ψηφίστηκε προχθές, εν μέσω αντιδράσεων, η απαγόρευση χρήσης, για βίγκαν προϊόντα, 31 όρων που παραπέμπουν σε κρέας. Ανάμεσά τους λέξεις όπως «μοσχάρι», «κοτόπουλο», «χοιρινό», «κατσίκι», «φιλέτο», «συκώτι». Δηλαδή τι γινόταν; Αυτό ακριβώς που λέει ο σοφός λαός με το «βάφτισαν το κρέας ψάρι». Κάπως έτσι βαφτιζόταν η σόγια – ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο – κρέας και μπερδευόμασταν οι υπόλοιποι που βλέπαμε ένα λαχταριστό μπέργκερ στη συσκευασία.
Και πάνω που σκεφτόμουν ότι, ως προς αυτό τουλάχιστον, μπήκε μια τάξη, διαβάζω ότι το ράμεν κατάκτησε την Αθήνα. Φεύγω. Δεν θέλω να ζω σε καθεστώς κατοχής.
- Τρομακτικό τροχαίο με δύο τραυματίες στην παλαιά εθνική οδό Άργους-Κορίνθου
- 4ο Φόρουμ για την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη: Ξεκινά η παραχώρηση του αεροδρομίου της Αλεξανδρούπολης
- Δένδιας: Η συστοιχία Patriot προστατεύει σημαντικές εγκαταστάσεις στη Σ. Αραβία, άρα και το επίπεδο ζωής Ελλήνων και Ευρωπαίων






