Η ΕΕ αντιμετωπίζει μια στρατηγική πρόκληση που υπερβαίνει τη διαχείριση των σχέσεων εντός της δυτικής συμμαχίας και απαιτεί βαθύτερη εμπλοκή με αυτό που περιγράφεται ως «ο υπόλοιπος κόσμος» – το ετερογενές σύνολο αναδυόμενων δυνάμεων και χωρών του Παγκόσμιου Νότου που διαμορφώνουν ολοένα και περισσότερο τη δομή/δυναμική του διεθνούς συστήματος.

Η πλαισίωση της σύγχρονης γεωπολιτικής ως μιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ «Δύσης» και των αντιπάλων της ενέχει τον κίνδυνο να αποξενώσει πολλούς από αυτούς τους δρώντες, οι οποίοι δεν συμμερίζονται απαραίτητα τις γεωπολιτικές προτεραιότητες της Δύσης και επιλέγουν συχνά πιο πραγματιστικές στρατηγικές που εστιάζουν στην αυτονομία, την ανάπτυξη και τις ευέλικτες μορφές πολυμερούς συνεργασίας.

Για σημαντικό αριθμό κρατών, οι δυτικές εκκλήσεις για δημοκρατία, φιλελεύθερες αξίες και μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες αντιμετωπίζονται συχνά με σκεπτικισμό, εν μέρει λόγω των διπλών προτύπων στη διεθνή πολιτική αλλά και λόγω των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τους θεσμούς της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην προώθηση αφηγήσεων που συνδέονται παραδοσιακά με τη Δύση – όπως η οικουμενική ελκυστικότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της οικονομίας της αγοράς. Αν και οι αξίες αυτές παραμένουν κεντρικές για την αυτοαντίληψη και τον διπλωματικό λόγο της ΕΕ, το διεθνές περιβάλλον έχει μεταβληθεί προς μια πιο πλουραλιστική και πολυπολική διαμόρφωση, στην οποία πολλές κοινωνίες δεν θεωρούν πλέον τις δυτικές νόρμες εγγενώς αυθεντικές ή καθολικά εφαρμόσιμες. Αντίθετα, προσεγγίζουν τη διεθνή συνεργασία μέσα από τα πρίσματα της ιστορικής εμπειρίας, των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων και της διεκδίκησης μεγαλύτερης ισότητας στη διεθνή διακυβέρνηση.

Κατά συνέπεια, η αποτελεσματικότητα της ήπιας ισχύος της ΕΕ εξαρτάται λιγότερο από τη μονομερή διάχυση κανόνων/αξιών και περισσότερο από την ικανότητά της να οικοδομεί νομιμοποίηση μέσω του διαλόγου, της αμοιβαιότητας και της αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτό συνεπάγεται μια μετάβαση από τις παραδοσιακές μορφές δημόσιας διπλωματίας – που επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση της εικόνας, τη στρατηγική επικοινωνία και την προώθηση των ευρωπαϊκών αφηγήσεων – προς ένα πιο διαδραστικό/διαβουλευτικό μοντέλο εμπλοκής, το οποίο δίνει έμφαση όχι μόνο στην προβολή αλλά και στην ακρόαση.

Αυτό προϋποθέτει τη δημιουργία θεσμοθετημένων χώρων διακρατικού/διαπολιτισμικού διαλόγου, όπου δρώντες από διαφορετικές περιοχές του κόσμου – συμπεριλαμβανομένων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, ακαδημαϊκών κοινοτήτων – θα μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση συζητήσεων γύρω από κοινές παγκόσμιες προκλήσεις. Ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η παγκόσμια υγειονομική διακυβέρνηση, οι οικονομικές ανισότητες και η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μέσω μονομερών κανονιστικών μηνυμάτων· αντίθετα απαιτούν πλαίσια συλλογικής επίλυσης προβλημάτων που ενσωματώνουν διαφορετικές εμπειρίες, γνώσεις και πολιτικές προσεγγίσεις.

Μέσα από μια διπλωματία βασισμένη στον διάλογο/ενεργή εμπλοκή κοινωνιών πέρα από τη δυτική σφαίρα ως εταίρων και όχι ως παθητικών αποδεκτών, η ΕΕ μπορεί να καλλιεργήσει μορφές επιρροής που στηρίζονται στην εμπιστοσύνη, την αξιοπιστία. Με αυτόν τον τρόπο η ευρωπαϊκή ήπια ισχύς μετατοπίζεται από την προσπάθεια πειθούς των άλλων να μιμηθούν το ευρωπαϊκό μοντέλο προς τη συνδιαμόρφωση λύσεων, ενισχύοντας έτσι τον ρόλο της ΕΕ ως διευκολυντή συνεργασίας και ως νομιμοποιημένου διαμεσολαβητή σε ένα ολοένα και πιο κατακερματισμένο και ανταγωνιστικό παγκόσμιο σύστημα.

Ο Χρήστος Α. Φραγκονικολόπουλος είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων & ΜΜΕ και πρόεδρος του Τμήματος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Football Talk