Ο πειρασμός είναι μεγάλος. Μια άνοδος 2-2,5 μονάδων μέσα έναν μήνα στις τακτικές σφυγμομετρήσεις δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Τόση είναι η άνοδος της ΝΔ μετά την πολεμική σύρραξη στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή. Για μια αντίστοιχη πτώση είχε χρειαστεί – πριν από μόλις έναν χρόνο – η κοινωνική έκρηξη που εκφράστηκε με τις διαδηλώσεις για τα Τέμπη.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της ανόδου της κυβερνητικής δημοφιλίας. Πρώτον, οφείλεται όχι μόνο στο γνωστό ρεφλέξ της συσπείρωσης της κοινής γνώμης γύρω από την εκάστοτε ηγεσία σε περιόδους κρίσης, αλλά στην καθολική αποδοχή συγκεκριμένων αποφάσεων, όπως η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο.
Η γενικευμένη ανησυχία για την πορεία του πολέμου και ο πολύ χαμηλότερος δείκτης προβληματισμού για τα ελληνοτουρκικά συγκλίνουν σε μια αίσθηση πως η κυβέρνηση αναγνωρίζεται ως ικανή να υπερασπιστεί την εθνική ασφάλεια. Αυτό έχει έναν άμεσο δομικό αντίκτυπο στις ροές που συνθέτουν την ανοδική της δημοσκοπική πορεία: προέρχονται κυρίως από ανάκτηση απωλειών που είχε από τα δεξιά της, με μείωση της επιρροής των δύο βασικών πόλων έλξης αυτής της κατηγορίας ψηφοφόρων (Ελληνική Λύση και Φωνή Λογικής) και επαναπατρισμό αναποφάσιστων, που είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ ΝΔ και κάποιου σχήματος δεξιότερα στο πολιτικό φάσμα. Ανάλογες κυοφορούμενες κινήσεις, όπως του κ. Σαμαρά, δεν έχουν τύχη σε ένα τέτοιο πολιτικό κλίμα. Το δεύτερο στοιχείο αφορά την ευθυγράμμιση προτεραιοτήτων και ανησυχιών.
Η ελληνική κοινή γνώμη δεν φαίνεται να αισθάνεται άμεσα απειλούμενη από επέκταση της πολεμικής ανάφλεξης σε βαθμό εμπλοκής της χώρας. Ανησυχεί κυρίως για τις δευτερογενείς επιπτώσεις της, στην οικονομία. Ταυτόχρονα, ήδη από αρκετές προηγούμενες μετρήσεις είναι φανερό πως η οικονομία – και ειδικά οι απτές εκδοχές, όπως κι αν διατυπώνονται (ακρίβεια, χαμηλοί μισθοί, κόστος ζωής, πληθωρισμός) – βρίσκεται στην κορυφή της ιεράρχησης των προβλημάτων για τους πολίτες.
Για την κυβέρνηση, ήταν σταθερά επί πολλούς μήνες το πιο προβληματικό ζήτημα στην πολιτική του διαχείριση σε συνθήκες εσωτερικής και διεθνούς ομαλότητας. Η ταύτιση της ικανότητας διαχείρισης του πολέμου με την ικανότητα διαχείρισης των οικονομικών προοπτικών της χώρας αποτελεί μια εξαιρετική συγκυρία και μια αναπάντεχη ευκαιρία.
Με αυτά τα δεδομένα θα θεωρούσε κανείς ότι είναι απλώς θέμα χρόνου η κατάπαυση του πυρός – όποτε έρθει, αλλά πάντως στο άμεσα ορατό μέλλον – να είναι και η σκανδάλη του αφέτη για την προκήρυξη εκλογών. Ομως η ζυγαριά του κ. Μητσοτάκη έχει βάρη και από την άλλη πλευρά.
Το κεντρικό του επιχείρημα – και στις προηγούμενες και στις επόμενες εκλογές – είναι πως ο ίδιος συνιστά αξιόπιστη λύση για τη διακυβέρνηση της χώρας επειδή «κάνει αυτό που λέει». Και έχει πει πολλές φορές ότι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας. Με την ίδια λογική έχει αρνηθεί (και σωστά) να προχωρήσει σε αλλαγή του εκλογικού νόμου στη βάση της δημοσκοπικής συγκυρίας.
Επιπλέον, κανείς από τους αντιπάλους του δεν έχει σύμμαχο τον χρόνο. Η κυρία Καρυστιανού πέφτει σαν μολύβι από τη μέρα που διατύπωσε πολιτικές απόψεις, ο κ. Τσίπρας πηγαίνει πιο αργά από τις εξελίξεις, οι εκδοχές Ακροδεξιάς είναι κατάλληλες μόνο για εκτόνωση αισθημάτων σε συνθήκες άνεσης, ενώ το ΠΑΣΟΚ διευρύνεται προς το πουθενά και το επικείμενο συνέδριο προδιαγράφεται αποκαλυπτικό των αδυναμιών του μάλλον παρά ενός ανανεωμένου πολιτικού στίγματος.
Τελικά, μια συγκυρία φόβου και απειλών ενισχύει την τάση που ήδη είχε διαμορφωθεί στο εκλογικό σώμα. Οι επόμενες εκλογές θα είναι περισσότερο θέμα επιλογής ηγεσίας παρά πολιτικού προγράμματος. Με τις σημερινές δυναμικές στην κομματική ανθρωπογεωγραφία, ο κ. Μητσοτάκης μπορεί να τις κάνει όποτε θέλει.







