Το πρώτο e-mail ήλθε προχθές το απόγευμα από τη διευθύντρια των Financial Times και το ύφος του ήταν λιτό, όπως και της εφημερίδας. «Το Σάββατο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν μια μαζική επίθεση κατά του Ιράν, τη δεύτερη μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο», έγραφε η λιβανικής καταγωγής Ρούλα Χάλαφ, η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε τον Ιανουάριο του 2020 τη διεύθυνση των «FT». «Οι βομβαρδισμοί σκότωσαν τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ανώτατο ηγέτη του Ιράν, και έθεσαν το σκηνικό για μια σύγκρουση που έχει κλιμακωθεί σε όλο τον πλούσιο με πετρέλαιο Κόλπο. Κάτω από τις βόμβες και τους πυραύλους, πληθυσμοί παγιδεύονται και επιχειρήσεις παραλύουν».
Η 60χρονη Χάλαφ έθετε στη συνέχεια τα ερωτήματα που απασχολούν όλους μας. Πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος; Τι στόχους έχει; Τι θα απομείνει από το ιρανικό καθεστώς; Τι συνέπειες θα υπάρξουν για τον υπόλοιπο κόσμο; Για όλα αυτά, κατέληγε η δημοσιογράφος, «σας δίνουν απαντήσεις οι ανταποκριτές μας και οι αναλυτές μας».
Το δεύτερο e-mail ήλθε τρεις ώρες αργότερα από τον διευθυντή της Haaretz και, για ευνόητους λόγους, ήταν συναισθηματικά φορτισμένο. «Αν ο φόνος του σημαντικότερου εχθρού του Ισραήλ, μαζί με τη διάλυση της κυβέρνησής του, των στρατιωτικών του δυνάμεων και των περιφερειακών του συμμάχων, είναι καλά νέα για το Ισραήλ, θέτουν και καίρια ερωτήματα», σημείωνε ο επίσης 60χρονος Αλουφ Μπεν, που κατάγεται από το κεντρικό Ισραήλ και διευθύνει την εφημερίδα από το 2011.
«Πολλοί Ισραηλινοί αμφιβάλλουν για τα κίνητρα και τους μακροπρόθεσμους στόχους του Νετανιάχου. Στο κάτω – κάτω, δεν έχουν περάσει παρά μόλις οκτώ μήνες από τότε που ο Νετανιάχου και ο σύμμαχος και χρηματοδότης του Ντόναλντ Τραμπ ανακήρυξαν τη νίκη τους κατά του Ιράν. Ομως οι ανησυχίες δεν περιορίζονται στον πόλεμο. Αφορούν και την εσωτερική πολιτική σκηνή. Ο Νετανιάχου χρησιμοποιεί τον πόλεμο και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης για να εδραιώσει την εξουσία του, να περιορίσει τα θεσμικά αντίβαρα, ίσως και να χειραγωγήσει ή να καθυστερήσει τις φετινές εκλογές. Την ίδια στιγμή, οι Παλαιστίνιοι έχουν σχεδόν ξεχαστεί. Η βία των εποίκων στη Δυτική Οχθη εξακολουθεί να εντείνεται και η Γάζα πολιορκείται ξανά».
Σε τέτοιες περιόδους, κατέληγε ο Μπεν, δεν υπάρχει υποκατάστατο της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, η οποία σε καιρό πολέμου δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Και η υποστήριξή της δεν έχει σχέση μόνο με την πρόσβαση στις ειδήσεις. Αλλά και με την ενίσχυση της λογοδοσίας και του δημοκρατικού διαλόγου τότε ακριβώς που χρειάζονται περισσότερο.
Mπορεί σε κάποιους να φαίνονται κοινότοπα αυτά τα λόγια. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σε μια περίοδο που τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης μάχονται να επιβιώσουν, όταν στο CNN επικρατεί ζόφος επειδή αγοράστηκε από έναν σύμμαχο του Τραμπ που την τελευταία δεκαετία τού επιτίθεται, φωνές σαν της Ρούλα και του Αλουφ αποτελούν μια ένεση αισιοδοξίας.






