Πλάι στην αμηχανία για τη μονομερή κήρυξη πολέμου στο Ιράν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και την αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις από την αποσταθεροποίηση μιας ευρύτερης περιοχής που παραμένει κομβική για τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές, που αποτυπώνεται και στις εκκλήσεις για ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση, έχουν υπάρξει και αρκετές φωνές, από το ευρύτερο φιλοκυβερνητικό στρατόπεδο, που έχουν επί της ουσίας εκφράσει ικανοποίηση, αν όχι και θαυμασμό, για αυτές τις πολεμικές επιχειρήσεις, που το βασικό τους γνώρισμα είναι η περιφρόνηση για οποιαδήποτε επίκληση του διεθνούς δικαίου και πλήρης επιστροφή σε μια λογική καθαρής «προβολής ισχύος» στο γεωπολιτικό πεδίο, απειλώντας να θέσουν οριστική ταφόπλακα σε κάθε έννοια κανόνων στις διεθνείς σχέσεις.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι απλώς αυτού του είδους η «ιδιωτική εξωτερική πολιτική» που δείχνει να έρχεται σε σύγκρουση με πάγιες ελληνικές θέσεις για την ανάγκη καταφυγής στο διεθνές δίκαιο και τα αντίστοιχα διεθνή όργανα, αλλά και το συνολικότερο στίγμα που αποτυπώνει ως προς την άσκηση πολιτικής εντός και εκτός συνόρων. Συνεχίζοντας τον αντίστοιχο θαυμασμό για μια γενοκτονία «σε πραγματικό χρόνο» στη Γάζα, που καταγράφηκε με διάφορους τρόπους τα προηγούμενα χρόνια, αυτό που έχουμε είναι ένας διόλου κρυφός θαυμασμός για τη βαναυσότητα που μεταφράζεται στην καλύτερη περίπτωση ως αποτελεσματικός «ρεαλισμός», στη χειρότερη ως έκφραση μαχητικότητας και κοινωνικής συνοχής, ενίοτε και ως απόδειξη, ειδικά για το Ισραήλ, μιας «δημοκρατίας που λειτουργεί».

Σίγουρα μια διάσταση όλων αυτών έχει να κάνει με ένα αποικιοκρατικό φαντασιακό που έρχεται να συμπληρώσει την αναδίπλωση το τελευταίο διάστημα σε μια ακροδεξιά ρητορική που βλέπει στις αντιμεταναστευτικές και αντιπροσφυγικές πολιτικές μια βασική διέξοδο εκλογικής συσπείρωσης και σε αυτό το φόντο υιοθετεί ουσιαστικά την αντίληψη ότι Ισραήλ και ΗΠΑ διεξάγουν πόλεμο εναντίον «βαρβάρων» που απειλούν ένα «δυτικό πολιτισμό» που κατά βάση εξακολουθεί να προσδιορίζεται ως πρωτίστως «λευκός». Το βλέπουμε, άλλωστε, στη διάχυτη ισλαμοφοβία αλλά και στη δημοφιλία θεωριών συνωμοσίας όπως αυτή της «μεγάλης αντικατάστασης».

Ωστόσο, υπάρχει και μια διάσταση που αφορά κυρίως την εσωτερική πολιτική. Αυτό ακολουθεί τον τρόπο που ο «ύστερος νεοφιλελευθερισμός», σε παγκόσμιο επίπεδο ολοένα και περισσότερο αναδιπλώνεται σε μια πειθαρχική και κατασταλτική κατεύθυνση, όπου οι στρατιωτικοποιημένοι κατασταλτικοί μηχανισμοί αναδεικνύονται ως το αναγκαίο συμπλήρωμα της «αγοράς», σε κοινωνίες ολοένα και πιο άνισες και πολωμένες, με την επίκληση του «νόμου και της τάξης» να γίνεται βασικό πεδίο νομιμοποίησης. Σε αυτό το φόντο, η διαχείριση του φόβου και της ανασφάλειας γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο μιας πολιτικής που έχει χάσει προ πολλού τη δυνατότητα να προσφέρει οράματα ευημερίας και ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Και εάν θεωρείς ότι ο φόβος ή το «σοκ και δέος» απέναντι στην καθαρή ισχύ οφείλουν να βρεθούν στο κέντρο της «άσκησης πολιτικής», τότε εύλογο είναι να θαυμάζεις χώρες και πολεμικές επιχειρήσεις που επιλέγουν να επενδύουν στον κυνισμό και τη βαναυσότητα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.