Η ειρήνευση αποτελεί κεντρική έννοια του πολιτικού λεξιλογίου μας. Οπουδήποτε υπάρχουν μεγάλες συγκρούσεις, εσωτερικές αλλά και διεθνείς, οι παρεμβάσεις που ακολουθούν έχουν, ή τουλάχιστον υποτίθεται ότι έχουν, ως ορίζοντα την ειρήνευση.
Ακόμη και ο πρόεδρος Τραμπ συνδύασε την ανακοίνωση των πολεμικών επιχειρήσεων από κοινού με το Ισραήλ με το ότι αυτός ο πόλεμος, που έχει ακόμη ασαφή ορίζοντα, αποσκοπεί στην ειρήνη στη Μέση Ανατολή και τον κόσμο. Η ειρήνευση (pacification), έννοια σχετικά πρόσφατη καθώς αρχίζει και καταγράφεται, τουλάχιστον στα αγγλικά, στην περίοδο που συμπίπτει με την ανάδυση του καπιταλισμού, έχει γίνει βασική πλευρά των πολιτικών και πρακτικών ασφάλειας, καθώς οι περισσότεροι ορισμοί της ασφάλειας, μια έννοια που έχει πια γενικευτεί καθώς σχεδόν όλες οι κρατικές πολιτικές περιέχουν και μια ασφαλειακή διάσταση, αφορούν την αποφυγή, ή την επίλυση, ή τη διαχείριση μιας σύγκρουσης, δηλαδή μια προσπάθεια ειρήνευσης.
Η διάχυση της έννοιας της ειρήνευσης είναι η αφετηρία του βιβλίου του Μαρκ Νεοκλέους Pacification. Social War and the Power of Police (Ειρήνευση. Κοινωνικός πόλεμος και η εξουσία της αστυνομίας), που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Verso. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brunel στο Λονδίνο ο Νεοκλέους είναι από τους πιο σημαντικούς κριτικούς θεωρητικούς των πολιτικών ασφάλειας και αστυνόμευσης και επικριτής της κλιμάκωσης του κρατικού αυταρχισμού στο όνομα της ασφάλειας.
Αναζητώντας τη γενεαλογία του «κοινωνικού πολέμου», δηλαδή του τρόπου που ο κοινωνικός ανταγωνισμός είναι καταστατικός για τη συγκρότηση των κοινωνικών μορφών μέσα στην ιστορία, ο Νεοκλέους ξεκινά από την ελληνική αρχαιότητα και στέκεται στην έννοια της στάσεως που αποτυπώνει ακριβώς την εσωτερική διχόνοια, τη σύγκρουση εντός της πόλεως, την απουσία ομόνοιας, μια διαίρεση που ήδη οι αρχαίες πηγές αποδίδουν στη διαίρεση ανάμεσα σε πλούτο και φτώχεια.
Επισημαίνει πως στο έργο του Χομπς αρχικά η στάσις μεταφράζεται ως στασιασμός (sedition), ωστόσο στο ώριμο έργο του έρχεται στο προσκήνιο η έννοια του εμφυλίου πολέμου, που είναι μια κληρονομιά της Ρώμης (bellum civile), μια έννοια που δεν αφορά τη «φυσική κατάσταση», αλλά προϋποθέτει την πολιτική συγκρότηση, την ύπαρξη πολιτικών θεσμών. Για τον Νεοκλέους είναι στον Χομπς που βλέπουμε την ίδια τη συγκρότηση του κράτους γύρω από την υποχρέωση της ειρήνευσης και τον πολιτικό χαρακτήρα της κοινωνίας των πολιτών να έγκειται στην αποφυγή του εμφυλίου πολέμου, κάτι που τελικά παραπέμπει στον καταστατικό χαρακτήρα του κοινωνικού πολέμου για τη συγκρότηση των κρατικών μορφών.
Αυτό φέρνει τον Νεοκλέους στην αναμέτρηση με την έννοια της ασφάλειας, που όπως υπογράμμιζε και ο Μαρξ ανάγεται στην αστική εποχή σε ύψιστη αξία, ιδίως από τη στιγμή που υποτίθεται ότι είναι ο μόνος δρόμος για να μην πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ανασφάλεια. Ωστόσο, η ίδια η έννοια της ασφάλειας, της securitas δεν είχε πάντα τη σημερινή σημασία της αντιδιαστολής προς την ανασφάλεια.
Στην αρχική της χρήση στη Ρώμη σήμαινε περισσότερο την ειρήνη του πνεύματος σε διάκριση προς την ασφάλεια ως σωτηρία (salus), ενώ για αρκετό καιρό θα διατηρήσει και τη σημασία της παθητικότητας. Σταδιακά, όμως, θα αποκτήσει μια πιο πολιτική σημασία και η ασφάλεια θα εγγυάται την απουσία φόβου και εσωτερικού κοινωνικού πολέμου. Θα το κάνει με την επίκληση ενός άλλου φόβου, μέσα από την ταύτιση της κυριαρχίας με την ποινή του θανάτου. Γι’ αυτό ο Νεοκλέους υποστηρίζει ότι «η διαχείριση του θανάτου βρίσκεται στην καρδιά της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής τάξης». Γι’ αυτόν και δεν πρέπει ποτέ να αισθανθούμε απόλυτα ασφαλείς και με ελαχιστοποιημένο τον φόβο του θανάτου, γιατί τότε υπάρχει ο κίνδυνος να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε την πολιτική εξουσία ως αυτή που πρωτίστως μας προσφέρει αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε ασφάλεια.
Παρότι οι πρακτικές ειρήνευσης, από τις αστυνομικές δράσεις στο εσωτερικό κρατών, έως τις μεγάλες αντιεξεγερτικές επιχειρήσεις (counter-insurgency), από το Βιετνάμ έως το Ιράκ, είναι πάντα σε μεγάλο βαθμό βίαιες και καταστροφικές (αρκεί να αναλογιστούμε την κλίμακα των βομβαρδισμών σε αυτούς τους πολέμους), σε μεγάλο βαθμό συνδυάστηκαν και με μια παράλληλη ρητορική «οικοδόμησης» θεσμών και υποδομών, που εξηγεί γιατί η ειρήνευση ως αστυνόμευση δεν αφορά ποτέ απλώς την καταστολή αλλά εμπεριέχει και μια ανασύσταση και των ίδιων των ατόμων, των δεξιοτήτων τους, των αντιλήψεων και των νοοτροπιών τους.
Ομως, στο τέλος αυτό που μένει ως πυρήνας των πρακτικών ειρήνευσης είναι ένας περιορισμός (containment), μια έννοια που, όπως υπενθυμίζει και ο Νεοκλέους, έγινε σταδιακά ολοένα και πιο διαδεδομένη ως τρόπος για να περιγραφούν μια σειρά από δράσεις, από την αντιμετώπιση του σοβιετικού μπλοκ στον Ψυχρό Πόλεμο, έως τον περιορισμό των επιπτώσεων κάθε προβλήματος αλλά και την ίδια την αντιμετώπιση των μαζικών διαμαρτυριών. Αφιερώνει, έτσι, ένα μέρος του βιβλίου στη αστυνομική πρακτική του αυστηρού περιορισμού διαδηλώσεων σε πολύ μικρή έκταση, η οποία εφαρμόζεται στη Βρετανία, ως κατεξοχήν παράδειγμα μια λογικής που αποσκοπεί εν τέλει στο να απογοητεύσει τα πλήθη και να τα οδηγήσει στην παθητικότητα.
Τελευταία πρακτική ειρήνευσης, που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσµα της προσπάθειας περιορισµού και καταστολής των διεκδικήσεων των πολλών, το χρέος. Παρότι η τοκογλυφία καταδικαζόταν σε θρησκευτικό και νοµικό επίπεδο, και θεωρείτο επονείδιστη η απώλεια της ελευθερίας ένεκα χρέους (εξ και η επιδίωξη πρακτικών σεισάχθειας), η σταδιακή απελευθέρωση των πιστωτικών πρακτικών σήµαινε νέες µορφές κυριαρχίας µέσω του χρέους: «Οφείλουµε ένα χρέος και αισθανόµαστε ότι ανήκουµε σε αυτό. Ζούµε µέσα στο χρέος και στην προοπτική µιας ζωής σε χρέος. Το χρήµα ζει και στο µεταξύ το χρέος, όπως και ο θάνατος, µας έχει πιάσει από τον σβέρκο».






