Η μούμια του πιο φιλόδοξου φαραώ της Αιγύπτου, του Ραμσή Β’, αποτελεί αριστούργημα της τέχνης της ταρίχευσης. Το εκπληκτικά καλοδιατηρημένο πρόσωπο των 3.000 ετών, με την περήφανη, γαμψή μύτη, μοιάζει σχεδόν όπως θα ήταν όταν πέθανε σε ηλικία 90 ή 91 ετών, έπειτα από 66 χρόνια βασιλείας, έχοντας αποκτήσει περισσότερα από 100 παιδιά, συντρίψει τους εχθρούς του και «κάνει την αρχαία Αίγυπτο μεγάλη ξανά». Και όλα αυτά προτού καν προσέξει κανείς το χέρι του, που μοιάζει να τεντώνεται προς τα εμπρός, αρπάζοντας ανατριχιαστικά την εξουσία από τον κόσμο των νεκρών.
Δεν ξέχασα ποτέ τον Ραμσή από τότε που αντίκρισα το πρόσωπό του – και εκείνο το χέρι – στο Κάιρο. Κι όμως, ο κόσμος φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον Τουταγχαμών, του οποίου ο ασύλητος τάφος ανακαλύφθηκε από τον Χάουαρντ Κάρτερ το 1922.
Ο Ραμσής ο Μέγας θα αγανακτούσε ασφαλώς που ο «βασιλιάς-παιδί», ο οποίος πέτυχε ελάχιστα στη σύντομη ζωή του και σχεδόν διαγράφηκε από την ίδια την αιγυπτιακή ιστορία, κατέληξε να γίνει ο διασημότερος φαραώ όλων των εποχών απλώς και μόνο επειδή ο τάφος του διασώθηκε ανέπαφος. Σε αντίθεση με τον Τουταγχαμών, ο Ραμσής εργάστηκε σκληρά για την αιώνια δόξα που πίστευε πως του άξιζε. Κήρυξε πολέμους, συνήψε συνθήκες ειρήνης, ανήγειρε γιγαντιαία μνημεία προς τιμήν του. Κι όμως, έγινε συνώνυμο της λήθης εξαιτίας του σονέτου «Οζυμανδίας» του Πέρσι Μπις Σέλεϊ, ενός από τα πιο εμβληματικά ποιήματα της αγγλικής γλώσσας.

Τώρα δίνεται μια νέα ευκαιρία στον Ραμσή να αφήσει το αποτύπωμά του, καθώς η έκθεση «Ο Ραμσής και το χρυσάφι των φαραώ», με θησαυρούς από το Αιγυπτιακό Μουσείο του Καΐρου, φτάνει στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Μπάτερσι, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο. Τη μούμια του δεν θα τη δείτε, εκτίθεται όμως η σαρκοφάγος στην οποία βρέθηκε. Θα είναι, όπως θα ήθελε ίσως να ακουστεί, η σπουδαιότερη και ωραιότερη έκθεση όλων των εποχών και ήδη όλοι την αγαπούν – ιδίως στη Γροιλανδία. Χρειάζεται άραγε να ειπωθεί; Ο Ραμσής ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ της αρχαίας Αιγύπτου.
Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, ως σάτιρα, τον Τραμπ να αναδιαμορφώνει το Ορος Ράσμορ έτσι ώστε και τα τέσσερα προεδρικά πορτρέτα να τον απεικονίζουν. Ο Ραμσής το έκανε πράξη σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά μνημεία του αρχαίου κόσμου, τον Μεγάλο Ναό του Αμπού Σίμπελ. Εκεί δεσπόζει μια σειρά τεσσάρων γιγαντιαίων καθιστών αγαλμάτων, ύψους 20 μ., λαξευμένων σε κόκκινο ψαμμίτη. Και τα τέσσερα απεικονίζουν τον Ραμσή, κατόπιν παραγγελίας του Ραμσή, για έναν ναό που τιμά… τον Ραμσή.
Η διάθεσή του για να τιμά και να προβάλλει τον εαυτό του δεν περιορίστηκε στο Αμπού Σίμπελ. Στο Βρετανικό Μουσείο, ο κορμός και η κεφαλή ενός κολοσικού αγάλματος του Ραμσή, που άλλοτε φρουρούσε την είσοδο ενός ακόμη μνημείου που ο ίδιος έχτισε – του ταφικού του ναού στη Θήβα κοιτάζει αφ’ υψηλού τους επισκέπτες. Κι όμως, αυτό το υπερμεγέθες πορτρέτο δεν είναι χονδροειδές ή απειλητικό, αλλά υποβλητικά χαριτωμένο. Το πρόσωπο είναι στρογγυλό και συμμετρικό, τα χείλη σχηματίζουν ένα σχεδόν καλοκάγαθο μειδίαμα. Κοιτάζοντάς τον νιώθεις ηρεμία και γαλήνη.

Δεν πρόκειται, πάντως, για ένα ρεαλιστικό πορτρέτο. Η μούμια του αποδεικνύει ότι εν ζωή είχε αετίσια μύτη και διαπεραστικό, άγρυπνο βλέμμα. Στην πέτρα, η μύτη γίνεται στρογγυλή και σαρκώδης, το βλέμμα γαλήνιο και απαλλαγμένο από κάθε ανησυχία.
Η εποχή του
Η απόσταση από την πραγματικότητα ήταν σκόπιμη. Οταν ο Ραμσής Β’ ανέβηκε στον θρόνο το 1279 π.Χ., η χώρα του ακόμη ανάρρωνε από την αναρχική διακυβέρνηση του αιρετικού φαραώ Ακενατόν, ο οποίος είχε επιχειρήσει να αντικαταστήσει τους παλαιούς θεούς με τη νέα του θεότητα, τον Ατον, και επέμενε σε ρεαλιστικές, ακόμη και εξπρεσιονιστικές απεικονίσεις του εαυτού του και της συζύγου του, Νεφερτίτης. Η δυναστεία που εγκαινίασε ο παππούς του Ραμσή επιδίωξε να καταστήσει την Αίγυπτο «αρχαία» ξανά. Η παλαιά θρησκεία αναβίωσε, μαζί με ένα παραδοσιακό καλλιτεχνικό ύφος που απέρριπτε τον ρεαλισμό.
Στο Αμπού Σίμπελ, τα γιγαντιαία αγάλματα του Ραμσή επισκιάζουν τις μικροσκοπικές μορφές των παιδιών του και της πρώτης του συζύγου, Νεφερτάρι, ακολουθώντας τη σύμβαση που όριζε το κύρος μέσω του μεγέθους, μια πρακτική που ανάγεται στα πρώτα στάδια της αιγυπτιακής τέχνης, περίπου 2.000 χρόνια νωρίτερα. Στα ανάγλυφα και τις τοιχογραφίες που παρήγγειλε για τη διασημότερη νίκη του, τη Μάχη του Καντές, απεικονίζεται να αντιμετωπίζει μόνος του τον χεττιτικό στρατό από το άρμα του, να σφαγιάζει πλήθη εχθρών, να κρατά αιχμαλώτους από τα μαλλιά.
Ο Ραμσής πράγματι επέδειξε ηγετικές ικανότητες στη Μάχη του Καντές, ανασυντάσσοντας τα στρατεύματά του και αποκρούοντας την αιφνιδιαστική επίθεση των Χετταίων. Ισως η μεγαλύτερη έκπληξη για εμάς σήμερα είναι ότι η Αίγυπτος διεξήγε ιμπεριαλιστικό πόλεμο στο Καντές, στη σημερινή Συρία, εναντίον των Χετταίων, μιας δύναμης με έδρα την Ανατολία, στη σημερινή Τουρκία. Αργότερα, ο Ραμσής διαπραγματεύτηκε συνθήκη ειρήνης με τη χεττιτική αυτοκρατορία, ώστε να αντιμετωπίσουν από κοινού τον κοινό τους εχθρό, την ανερχόμενη ασσυριακή αυτοκρατορία. Οπως ο άκακος «βασιλιάς-παιδί» Τουταγχαμών έγινε το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της αρχαίας Αιγύπτου, έτσι κι εμείς συχνά φανταζόμαστε τον πολιτισμό του Νείλου αποκομμένο από την παγκόσμια ιστορία, εσωστρεφή, απορροφημένο στη μεταθανάτια ζωή. Ο Ραμσής ο Μέγας, όμως, υπήρξε διαφορετικού τύπου ιστορική προσωπικότητα, περισσότερο σαν τον Μέγα Αλέξανδρο ή έναν ρωμαίο αυτοκράτορα, με επικούς διεθνείς πολέμους και επιβολή του ονόματός του και του (εξιδανικευμένου) προσώπου του στην Ιστορία. Μεταξύ των λαών στους οποίους άφησε το στίγμα του ήταν και οι Ισραηλίτες: αναφορές στα οικοδομικά του έργα στην Εξοδο (στην Παλαιά Διαθήκη) υποδηλώνουν ότι είναι ο τυραννικός φαραώ που τους κρατά αιχμαλώτους έως ότου ο Μωυσής τους οδηγήσει θαρραλέα στην απελευθέρωση.
Ο «Οζυμανδίας» των αρχαίων Ελλήνων και των ποιητών
Αν στην Εξοδο ο Ραμσής ενσαρκώνει τον τύραννο, στο μεγάλο πολιτικό ποίημα του Σέλεϊ για την τέχνη, την εξουσία και τη μνήμη γίνεται η εικόνα της πτώσης της τυραννίας. Οταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ανταγωνίζονταν για την Αίγυπτο στις αρχές του 19ου αιώνα, ο κολοσσός του Βρετανικού Μουσείου ήταν από τις πρώτες αρχαιότητες που διεκδίκησαν. Φέρει ακόμη οπή στο στήθος, όπου ο στρατός του Ναπολέοντα σχεδίαζε να τοποθετήσει εκρηκτικά για να τον τεμαχίσει και να τον μεταφέρει σε κομμάτια. Το 1817, όμως, ανακτήθηκε ακέραιος για το Βρετανικό Μουσείο από τον αρσιβαρίστα του τσίρκου και πρωτοπόρο αρχαιολόγο Τζοβάνι Μπατίστα Μπελτσόνι.
Με το Λονδίνο σε αναβρασμό από την είδηση της άφιξης του αρχαιολογικού αυτού θαύματος, δύο ρομαντικοί ποιητές διαγωνίστηκαν στη συγγραφή σονέτων για τον αρχαίο κολοσσό. Ο Οράτιος Σμιθ, στο δικό του «Οζυμανδίας», φαντάστηκε έναν μελλοντικό ταξιδιώτη να απορεί μπροστά στα ερημωμένα, αινιγματικά κατάλοιπα του ίδιου του Λονδίνου. Ομως το ποίημα του αντιπάλου του, Πέρσι Μπις Σέλεϊ, αποδείχθηκε αθάνατο στην ειρωνική αποδόμηση των αθάνατων φιλοδοξιών.
«Οζυμανδίας» αποκαλούσαν οι αρχαίοι Ελληνες τον Ραμσή, μια χαλαρή μεταγραφή ενός από τα επίσημα ονόματά του. Ο ιστορικός του 1ου αιώνα π.Χ. Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι ο κολοσσός του Ραμσή έφερε την επιγραφή: «Βασιλεύς βασιλέων Οσυμανδύας ειμί. Ει δε τις ειδέναι βούλεται πηλίκος ειμί και που κείμαι, νικάτω τι των εμών έργων». Μοιάζει πράγματι με λόγια που θα μπορούσε να είχε εκστομίσει. Είχε μάλιστα είχε διατάξει οι λιθοξόοι να χαράσσουν το όνομά του βαθύτερα στα μνημεία, ώστε να μην μπορεί να διαγραφεί ή να αλλοιωθεί. Αυτές ακριβώς τις λέξεις μετέτρεψε ο Σέλεϊ σε καταγγελία της τέχνης της εξουσίας.
«Ιδείτε τα έργα μου»
Στο «Οζυμανδίας», ο ποιητής συναντά έναν ταξιδιώτη που έχει επισκεφθεί μια μακρινή χώρα και έχει αντικρίσει στην έρημο ένα κομματιασμένο άγαλμα: δύο τεράστια, ακέφαλα σκέλη από πέτρα, και λίγο πιο πέρα, μισοθαμμένο στην άμμο, ένα πρόσωπο. Η επιγραφή περιλαμβάνει τα λόγια: «Ιδείτε τα έργα μου, ω Ισχυροί, και απελπισθείτε». Είναι ίσως η πιο παιγνιώδης ειρωνική φράση της αγγλικής ποίησης. Η απελπισία των ισχυρών, που ο αρχαίος ηγεμόνας πίστευε πως θα προκαλούσε το μεγαλόπρεπο μνημείο του, γεννάται τελικά – ή οφείλει να γεννηθεί – από την ίδια του την παρακμή.
Είναι παρήγορη η ιδέα ότι η Ιστορία θα σβήσει τις αλαζονικές διακηρύξεις τυράννων και ιμπεριαλιστών. Ο Σέλεϊ, ωστόσο, δεν λαμβάνει υπόψη τη λεπτή τέχνη της προπαγάνδας. Το άγαλμά του φέρει «ένα χλευαστικό μειδίαμα ψυχρής επιβολής», όχι το γαλήνιο χαμόγελο αυθεντίας του Ραμσή. Το ότι θυμόμαστε περισσότερο τον ήπιο Τουταγχαμών παρά τον πολεμοχαρή Ραμσή ίσως αποτελεί προειδοποίηση για κάθε σύγχρονο Οζυμανδία. Στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Μπάτερσι, όμως, ο Ραμσής επιστρέφει και διεκδικεί εκ νέου τη θέση του στην Ιστορία. Ιδού τα έργα του.







