Οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν πάψει εδώ και καιρό να αποτελούν περιθωριακό φαινόμενο. Σήμερα βρίσκονται παντού: στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, ακόμη και στις καθημερινές συζητήσεις. Ολο και περισσότεροι άνθρωποι ερμηνεύουν τον κόσμο μέσα από αφηγήσεις που μιλούν για κρυφά σχέδια, πανίσχυρες ελίτ και σκοτεινές δυνάμεις που κινούν τα νήματα. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν αυτές οι θεωρίες ευσταθούν, αλλά γιατί βρίσκουν τόσο πρόσφορο έδαφος.
Στον πυρήνα τους, οι θεωρίες συνωμοσίας ξεκινούν συχνά από την παραπληροφόρηση, από ισχυρισμούς που δεν στηρίζονται σε αποδείξεις. Αυτό που τις καθιστά ελκυστικές είναι ότι προσφέρουν μια απλή, «τακτοποιημένη» εικόνα του κόσμου: τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία και πίσω από κάθε γεγονός κρύβεται ένας μηχανισμός ελέγχου. Ετσι, μια ανακριβής πληροφορία μετατρέπεται σε μια πλήρη αφήγηση με ενόχους και κίνητρα. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός ότι ο COVID-19 μεταδόθηκε μέσω του 5G αποτελεί παραπληροφόρηση. Αντίθετα, η άποψη ότι τα εμβόλια περιείχαν μικροτσίπ, τα οποία ενεργοποιούνταν μέσω του 5G και σχεδιάστηκαν από τον Μπιλ Γκέιτς για τη μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού, συνιστά μια ολοκληρωμένη θεωρία συνωμοσίας. Το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία που μοιάζει πειστική, επειδή προσφέρει εξηγήσεις εκεί όπου κυριαρχεί η αβεβαιότητα.
Βέβαια, οι συνωμοσίες δεν είναι άγνωστες στην Ιστορία. Από τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα έως το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, υπήρξαν πραγματικές περιπτώσεις μυστικών σχεδίων. Σήμερα, ωστόσο, ο όρος «θεωρία συνωμοσίας» χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει αφηγήσεις που βασίζονται στον φόβο και την καχυποψία. Πρόκειται για ιστορίες που παρουσιάζουν τον κόσμο ως ένα μόνιμο πεδίο μάχης ανάμεσα στο καλό και το κακό, όπου κάποιοι «μυημένοι» κατέχουν την αλήθεια και όλοι οι υπόλοιποι είναι θύματα εξαπάτησης. Θεωρίες για τους Ιλουμινάτι, τον HIV ως κρατικά κατασκευασμένο όπλο ή τα μικροτσίπ των εμβολίων συνθέτουν αποκαλυπτικά σενάρια σύγκρουσης ανάμεσα στην ελευθερία και την καταπίεση. Η αίσθηση ότι «ξέρεις κάτι που οι άλλοι αγνοούν» είναι από μόνη της ιδιαίτερα ελκυστική.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι θεωρίες συνωμοσίας επικεντρώνονταν σε μεμονωμένα γεγονότα, όπως η προσσελήνωση, σήμερα μιλάμε για ολόκληρα συστήματα πεποιθήσεων. Οι αποκαλούμενες «υπερσυνωμοσίες» συνδέουν φαινομενικά άσχετα γεγονότα σε ένα ενιαίο αφήγημα περί παγκόσμιου ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτό, ο «εχθρός» δεν βρίσκεται έξω από την κοινωνία, αλλά μέσα σε αυτήν. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση της δυσπιστίας, ο κοινωνικός διχασμός και η πόλωση.
Παράλληλα, οι θεωρίες συνωμοσίας δεν λειτουργούν μόνο ως ερμηνευτικά σχήματα. Λειτουργούν και ως μηχανισμοί ταυτότητας. Δημιουργούν κοινότητες, προσφέρουν αίσθηση του «ανήκειν» και ενισχύουν πολιτικές ή ιδεολογικές στάσεις. Για πολλούς, αποτελούν έναν τρόπο να απλοποιήσουν έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και συχνά μοιάζει ανεξέλεγκτος. Η βεβαιότητα που προσφέρουν, έστω και ψευδής, λειτουργεί καθησυχαστικά ή παρηγορητικά.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η βεβαιότητα έχει κόστος. Οι θεωρίες συνωμοσίας διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, επηρεάζουν πολιτικές συμπεριφορές και υπονομεύουν τον δημόσιο διάλογο. Οταν κάθε αντίθετη άποψη θεωρείται μέρος του «σχεδίου», η συζήτηση σταματά πριν καν αρχίσει.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιοριστεί στην ειρωνεία ή την απόρριψη. Απαιτεί κατανόηση των αναγκών που το τροφοδοτούν: της ανάγκης για νόημα, ασφάλεια, δικαιοσύνη και έλεγχο. Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης η κοινωνική απομόνωση και οι αλλαγές στο τοπίο των μέσων ενημέρωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έμφυλη διάσταση του φαινομένου. Η λεγόμενη «νέα εποχή της Ακροδεξιάς» φαίνεται να συνδέεται με νέους ψηφιακούς χώρους, όπως το «wellness», οι εναλλακτικές θεραπείες, ο τρόπος ζωής και το περιεχόμενο της Νέας Εποχής, όπου επιρροές μέσω των κοινωνικών δικτύων έχουν συμβάλει στη διάδοση «συνωμοτικών αφηγήσεων». Οι θεωρίες αυτές δεν γεννιούνται στο κενό, αλλά αντανακλούν κοινωνικές αγωνίες και υπαρκτές ρωγμές.
Ισως, τελικά, το πιο αποτελεσματικό αντίδοτο στις θεωρίες συνωμοσίας να μην είναι μόνο περισσότερες πληροφορίες, αλλά περισσότερη εμπιστοσύνη, παιδεία και ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος.
Ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών






