Μια ιστορία από τα παλιά: την άνοιξη του 1978, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ετοιμαζόταν να συναντήσει τον τούρκο ομόλογό του Ετσεβίτ στο Μοντρέ της Ελβετίας. Η αντιπολίτευση είχε εναντιωθεί στη συνάντηση και την είχε χαρακτηρίσει «εθνικά επιζήμια». Δύο ήταν, κυρίως, τα επιχειρήματα. Το ένα, πως ο Ετσεβίτ είχε μόλις δώσει μια συνέντευξη με την οποία ζητούσε τον αφοπλισμό των ελληνικών νησιών.

Υστερα από αυτό, μια συνάντηση δεν θα έδινε την εντύπωση ότι ανεχόμαστε την αξίωση; Το άλλο, πως η Αγκυρα, που εκείνη την εποχή αγωνιζόταν για την άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων, που της είχε επιβληθεί λόγω Κυπριακού, ήθελε να αλλάξει τη διεθνή εικόνα της, να εμφανιστεί διαλλακτική και μετριοπαθής. Γιατί να τη διευκολύνει η Ελλάδα σε αυτό;

Τηρουμένων των αναλογιών, είναι σαν να ακούει κανείς τις αντιρρήσεις εκείνων που υποστήριζαν τώρα, κοντά 50 χρόνια αργότερα, ότι ο Μητσοτάκης δεν έπρεπε να συναντήσει τον Ερντογάν. Τις αντιρρήσεις που κάθε φορά ακούγονται, σε κάθε νέα στροφή του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Γιατί να κάνουμε διάλογο με την Τουρκία, όταν εμείς αναγνωρίζουμε μία μόνο διαφορά μαζί της, την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών; Και γιατί να της δίνουμε την ευκαιρία να κάνει διεθνείς δημόσιες σχέσεις και να κρύβει την επιθετικότητά της πίσω από έναν διάλογο με την Ελλάδα;

Θα μπορούσε να ανατρέξει κανείς στις απαντήσεις που είχε δώσει τότε ο Καραμανλής στη Βουλή. Πως «υπάρχουν τρεις τρόποι για την επίλυση των διεθνών διαφορών, ο διάλογος, η διαιτησία και ο πόλεμος». Και πως για να αποκλείσεις το τρίτο πρέπει να επιδιώκεις το πρώτο, έστω και αν η διένεξη προκύπτει από αξιώσεις που θεωρείς απαράδεκτες, ανύπαρκτες και άδικες. Θα μπορούσε, επίσης, να ανατρέξει κανείς στην Ιστορία.

Να θυμίσει πως και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν υπέγραφε τη Συνθήκη της Λωζάννης, υπέστη υβριστικές επιθέσεις, κατηγορήθηκε ότι «υπέταξε τον σταυρό στην ημισέληνο». Και πως την ίδια τη Συνθήκη, που τώρα την έχουμε ευαγγέλιο, τότε όχι μόνον οι αντίπαλοι του Βενιζέλου αλλά ακόμη και οι δικοί του αρχηγοί του Στρατού και του Στόλου την είχαν χαρακτηρίσει εθνική προδοσία και είχαν δηλώσει ότι δεν θα τη σεβαστούν.

Την κατηγορία της προδοσίας την άκουσαν, λίγο – πολύ, όσοι επιχείρησαν να κάνουν ένα βήμα στα ελληνοτουρκικά. Μόνον η «ακινησία» προστατεύει από την κατηγορία αυτή. Εστω και αν αυτή η ακινησία δεν είναι δωρεάν. Εχει ένα αφανές τίμημα, εξαιρετικά βλαπτικό για τα εθνικά συμφέροντα. Γιατί, όπως έχει πει κάποιος που έχει χειριστεί τις υποθέσεις αυτές, η επιλογή της αδράνειας σιωπηρά αναγνωρίζει στην Τουρκία το δικαίωμα να εμποδίζει την άσκηση κυριαρχικών μας δικαιωμάτων πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης. Της παραχωρεί το δικαίωμα να παρεμβαίνει σε ζητήματα στα οποία, αν η ΑΟΖ ήταν οριοθετημένη, δεν θα μπορούσε να έχει λόγο.

Σε αυτή την κατάσταση βρισκόμαστε πενήντα χρόνια τώρα. Στο μεταξύ, οι συσχετισμοί επιδεινώνονται. Η δημογραφική αναλογία, για παράδειγμα, που ήταν 1 προς 2 τη δεκαετία του ’50, όταν το Κυπριακό προκάλεσε την πρώτη ελληνοτουρκική κρίση μετά το ’22, είχε γίνει ήδη 1 προς 4 το μοιραίο 1974 και τείνει πια προς το 1 προς 9.

Η Τουρκία, ειδικά από το 2000 κι ύστερα, επενδύει συστηματικά στην ισχύ, οικονομική, διεθνοπολιτική και στρατιωτική, για να καλύψει τις αδυναμίες της θέσης της. Και προσθέτει θέματα στην ατζέντα, ελπίζοντας ότι ο φόβος του πολιτικού κόστους που καθοδηγεί τους περισσότερους έλληνες πολιτικούς δεν θα την υποχρεώσει ποτέ να θέσει τις αξιώσεις της στη δοκιμασία του διαλόγου ή της διεθνούς Δικαιοσύνης. Θα της επιτρέπει να παίζει ακριβώς στο πεδίο της ισχύος.

Αλλά και το διεθνές περιβάλλον αλλάζει απότομα. Μας εκθέτει σε κινδύνους ως πρόσφατα αδιανόητους. Η βεβαιότητα πως η αμυντική σχέση με τις ΗΠΑ και η ένταξη στην Ευρώπη προσφέρουν ασπίδα ασφάλειας που επιτρέπει την αδράνεια στα ελληνοτουρκικά, έχει εξατμιστεί.

Το «δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει» είναι το μότο της εποχής. Και η ελπίδα πως μπορούμε να διασφαλίζουμε για καιρό «ήρεμα νερά», χωρίς να αγγίζουμε την ουσία της διαμάχης, είναι λιγότερο ρεαλιστική από ποτέ.

Αντί να ανακυκλώνουμε, λοιπόν, την αρχαία συζήτηση αν πρέπει ή δεν πρέπει να μιλάμε με τους Τούρκους κι αν ο διάλογος είναι προδοσία, θα ήταν καλύτερο να επενδύουμε ενέργεια και χρόνο σε μια συζήτηση που γίνεται πια εξαιρετικά επείγουσα. Να αναζητήσουμε και να συμφωνήσουμε σε μια νέα στρατηγική ασφαλείας, αφού οι βασικές προϋποθέσεις της στρατηγικής που διαμορφώθηκε με συναίνεση όλων των πολιτικών δυνάμεων τα τελευταία πολλά χρόνια είναι αμφίβολο αν ισχύουν πια.

Ο Καραμανλής, το 1978, είχε πει στον Ετσεβίτ ότι το θέμα του Αιγαίου «δημιουργήθηκε από το τίποτα» και θα μπορούσε να λυθεί με μια συμφωνία για παραπομπή του στη διεθνή Δικαιοσύνη. Στην Αγκυρα προχθές, ο μεν Ερντογάν είπε πως «παρόλο που τα τρέχοντα ζητήματα είναι περίπλοκα, δεν είναι αδύνατο να επιλυθούν με βάση το διεθνές δίκαιο, αρκεί να υπάρχουν καλή πρόθεση, εποικοδομητικός διάλογος και βούληση για λύση».

Ο δε Μητσοτάκης πως η «μόνη διαφορά», η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, «θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας», αλλά όταν «οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση».

Ποιες είναι, λοιπόν, οι «συνθήκες» που εμποδίζουν τις δύο χώρες να το κάνουν σήμερα και πώς θα αλλάξουν ώστε να το επιτρέψουν αύριο; Πώς, με ποια εργαλεία μπορεί να υποχρεωθεί η Τουρκία να μοιραστεί μια «βούληση για λύση» αυτού του προβλήματος που από το 1973 βασανίζει τις δύο χώρες, τις οδηγεί σε διαρκή ένταση και περιοδικές κρίσεις και, σήμερα ειδικά, τις απειλεί με μια «διαιτησία τρίτου», ανεπιθύμητη και επικίνδυνη; Και πώς θα εξασφαλιστεί και στο εσωτερικό μια «συναίνεση λύσης» στη θέση της «συναίνεσης αδράνειας» που επικράτησε στον μακρύ χρόνο της Μεταπολίτευσης;

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Ο GIO KAY στα ΝΕΑ