Αν δεν προκύψουν απρόοπτα γεγονότα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ομάδα πλοήγησης του κυβερνητικού σκάφους έχουν καταλήξει σε βασικά δεδομένα, σχεδιάζοντας την πορεία έως τις κάλπες. Με βάση τα δημοσκοπικά δεδομένα που αναλύουν στην αφετηρία της νέας χρονιάς, η ΝΔ μπορεί εύλογα να προσδοκά ότι ο πήχης του 30% είναι το ελάχιστο όριο του σχεδιασμού. Συνεπώς, οι επόμενες κινήσεις αποσκοπούν στη δημιουργία μιας δυναμικής που μπορεί να αυξήσει το ποσοστό σε σημείο που να μην ανακύπτει σοβαρή μεταβολή του πολιτικού κλίματος σε σχέση με τις κάλπες του 2023.
Θα πρόκειται για μήνυμα ότι η κυβέρνηση κατάφερε να περάσει χωρίς να βραχεί και το ποτάμι της δεύτερης τετραετίας – για να αρχίσει να μετράει ρεκόρ. Ο πήχης του 30% δεν ορίζεται μόνο για ψυχολογικούς λόγους, έχει να κάνει πρωτίστως με την κοινοβουλευτική αριθμητική της επόμενης ημέρας. Με μικρότερα ποσοστά, στα όρια των ευρωεκλογών του 2024 ή ακόμη χαμηλότερα, αναγνωρίζεται αρμοδίως ότι η ΝΔ θα κληθεί να διαχειριστεί σοβαρά προβλήματα, αρχής γενομένης από τον έλεγχο των εξελίξεων.
Η ίδια ομάδα στο Μαξίμου προεξοφλεί επίσης ότι το ΠΑΣΟΚ, ευκολότερα ή δυσκολότερα, θα είναι δεύτερο, στη βάση δεδομένων που περιλαμβάνουν και την προοπτική δημιουργίας νέων κομμάτων. Στη δική τους καταγραφή, ένα κόμμα Τσίπρα θα επανενώσει κομμάτια του προ δεκαετίας ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την ώρα της κάλπης ένα διψήφιο ποσοστό θα παραμένει ζητούμενο. Οσο για τις προοπτικές ενός κόμματος Καρυστιανού, η βασική εκτίμηση είναι ότι τα αρχικά δημοσκοπικά ποσοστά του θα αποδειχθούν, πριν παρέλθει το τρίμηνο, μαγική εικόνα. Οχι μόνο για τα ελλείμματα κατεύθυνσης που θα παρουσιάζει, αλλά κι επειδή θα δείχνει ασύνδετο.
Η βεβαιότητα του Ανδρέα Δρυμιώτη ότι η Καρυστιανού θα αποδειχθεί «ένας νέος Κασσελάκης» είναι βεβαιότητα και του Μητσοτάκη. Καθ΄ οδόν προς τις εκλογές, η αντισυστημική ψήφος όπως και η ψήφος της οργής θα επιστρέψουν σε κόμματα με παγιωμένη εικόνα – η Ζωή Κωνσταντοπούλου προφανώς το αντιλαμβάνεται και σε καθημερινή βάση φροντίζει να ανάβει τα αίματα στη Βουλή, βρίσκοντας σταθερά και δωρεάν χρόνο στα βραδινά δελτία.
Εφόσον η θεώρηση του Μαξίμου δεν λαθεύει και η κυβερνητική ομάδα δεν έχει πέσει θύμα της μακαριότητας μιας πολυκαιρισμένης εξουσίας, τους επόμενους μήνες οι παρεμβάσεις θα απευθύνονται σε στοχευμένα κοινά.
Οι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές που αύξησαν τους μισθούς εκτιμάται ότι το Πάσχα θα έχουν βελτιώσει το κλίμα ακόμη περισσότερο, το ταξίδι στην Αγκυρα εξασφάλισε ηρεμία στο Αιγαίο μέχρι τις κάλπες, αλλά υπάρχουν οι κεντρώοι, οι νέοι, οι αγρότες κι άλλες ομάδες που θα μπορούσαν να αυξήσουν την πίτα – ιδίως όταν στην απέναντι όχθη δεν εμφανίζεται αντίπαλος που να ελκύει. Δίπλα σε αυτές τις κινήσεις, το ζητούμενο είναι με ποια κυβερνητική ομάδα θα φτάσει ο Μητσοτάκης στις εκλογές και πότε θα πρέπει να τραβήξει και το χαρτί του ανασχηματισμού.
Οι εισηγήσεις δείχνουν δύο δρόμους: ο ένας – στη λογική ότι η ομάδα που δεν χάνει δεν αλλάζει – δείχνει περιορισμένες παρεμβάσεις, ένα ρετούς στην κυβερνητική εικόνα, κυρίως σε κάποια υπουργεία που χρειάζονται νέες ταχύτητες με υπουργούς από νεότερες γενιές. Ο δεύτερος συνοδεύεται από ευρύτερες, δομικές αλλαγές, ώστε στο μεγάλο ακροατήριο να μπορεί να εμφανιστεί μια νέα κυβέρνηση στον τελευταίο χρόνο της διαδρομής.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο Μητσοτάκης καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει εάν το στοίχημα της αντιπροεδρίας του Κωστή Χατζηδάκη πέτυχε, εάν θα πρέπει να επιμείνει στο σχέδιο της επιστροφής του Γιώργου Γεραπετρίτη στο Μαξίμου και να πειστεί ο υπουργός Εξωτερικών για την αναγκαιότητα της μετακίνησης (με επιχείρημα και τον συντονισμό του εγχειρήματος της συνταγματικής αναθεώρησης), εάν οι αλλαγές φτάσουν έως το «Πεντάγωνο» και άλλα κομβικά υπουργεία, όπως και σε τι βαθμό θα πρέπει να αναδομηθεί ο κεντρικός πυρήνας στο Μαξίμου.
Η κινητικότητα του Κωστή Χατζηδάκη, που προβάλλει πλέον και τη δική του ατζέντα παρεμβάσεων (απέναντι στο «βαθύ κράτος» κ.ά.), δεν αποσυνδέεται από όσα συζητούνται στο κυβερνητικό παρασκήνιο. Ο Μητσοτάκης, άλλωστε, μπορεί να πάρει τις αποφάσεις του για όλους και όλα πριν φτάσει ο Απρίλιος.






