Πριν από λίγα βράδια έτυχε να βρίσκομαι στο σπίτι κάποιου – πώς να τον πω τώρα; – καλλιτέχνη, συγγραφέα και μεταφραστή, ενός ανθρώπου τέλος πάντων που, λόγω της δουλειάς του, έχει ιδιαίτερη σχέση με τη γλώσσα. Η τηλεόραση έπαιζε ένα από τα πολυσυζητημένα σίριαλ των τελευταίων εβδομάδων για το οποίο, κοινό και ειδικοί, μιλούν με πολύ καλά λόγια. Ακούγοντας έναν εκ των πρωταγωνιστών, σχολίασα τον τρόπο που έπαιζε. «Τελικά, δεν είναι και τόσο σπουδαίος» είπα. «Μα πώς να είναι;» απάντησε ο φίλος. «Αυτά τα λόγια που τον έχουν βάλει να λέει, δεν λέγονται. Και ο Μινωτής να τα έλεγε, δεν θα ήταν καλός». Βάλαμε κάτω τις δυο τρεις φράσεις στις οποίες αναφέρθηκε. Δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο γραμματικό, συντακτικό ή νοηματικό λάθος. Δεν ήταν όμως ωραία ελληνικά. Οι λέξεις, οι παρενθετικές προτάσεις ήταν, θεωρητικά, σωστές, ανήμπορες ωστόσο να «ξεκλειδώσουν» την έκφραση του ηθοποιού. Και κάπως καταλάβαινες ότι αυτός που έγραψε τους διαλόγους, επειδή δεν ήξερε πού ακριβώς να βάλει τα σημεία στίξης, τα παρέλειψε εντελώς, παραδίδοντας έτσι ένα κείμενο χωρίς εσωτερικό παλμό.
Σκεφτόμουν αυτήν την κουβέντα με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Τι είναι τελικά η γλώσσα και δη η ελληνική που μιλιέται συνεχώς εδώ και, χονδρικά, 3.200 χρόνια, από την εποχή των Ομηρικών επών; Κινδυνεύει σήμερα από την τεχνητή νοημοσύνη, ερώτημα για το οποίο ρωτήθηκαν οι ειδικοί στο θέμα του Δημήτρη Δουλγερίδη, το περασμένο Σάββατο στα «ΝΕΑ»;
Ως προς αυτό το τελευταίο, συμφωνώ κι εγώ. Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει από την τεχνητή νοημοσύνη, όπως δεν κινδύνεψε στα 400 χρόνια της Τουρκοκρατίας, τουναντίον εμπλουτίστηκε με νέες λέξεις, κυρίως τούρκικες και βενετσιάνικες, πολλές από τις οποίες προέκυψαν από αυτά τα συναρπαστικά αντιδάνεια. (Για παράδειγμα η διφθέρα, το δέρμα ζώου στα αρχαία, που χρησιμοποιούσαν για να χαράσσουν επάνω του γράμματα και που οι Τούρκοι το έκαναν τεφτέρι, τη λέξη που χρησιμοποιούμε κι εμείς για το σημειωματάριο). Οπως δεν κινδύνεψε από τη μετάβαση στη δημοτική από την καθαρεύουσα (κι ας έγιναν τότε αιματηρές συγκρούσεις, στα «Ευαγγελικά» και τα «Ορεστειακά»), ούτε από τις ανά εποχές «εισβολές» της γλώσσας της νεολαίας ή ξένων λέξεων. Διότι έτσι μόνο μένει ζωντανή μία γλώσσα, όταν ανανεώνεται συνεχώς. Οταν ομηρικές λέξεις συναντιούνται και συμπορεύονται με τα «φλεξάρω» και τα «κριντζάρω» και τα «ντελούλου» του σήμερα.
Αυτό που κινδυνεύει από την τεχνητή νοημοσύνη είναι το προσωπικό ύφος, εκείνο το «λάθος», η λέξη που δεν υπάρχει και την εφευρίσκει ο γράφων ή ο ομιλών. Η λοξή ματιά, η «προβοκάτσια» στον άνυδρο λόγο της τεχνητής νοημοσύνης που φέρνει την ισοπέδωση των εννοιών ώστε η κοινή πρόσληψη να αφορά όσο το δυνατόν περισσότερους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κινδυνεύει η ποίηση αλλά ούτε κι αυτό ισχύει για μία γλώσσα στην οποία, όπως έχει πει ο Ελύτης, τους τελευταίους 25 αιώνες δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην έχει γραφτεί ποίηση. Ή, όπως αναφέρει ο Παπαδιαμάντης, «Καίτοι αγράμματη, η γραία μ’ εδίδαξεν ότι εις την ελληνικήν γλώσσαν, άλλως νοούμεν, άλλως ομιλούμεν και άλλως γράφομεν». Αυτό δηλαδή που δεν έλαβε υπόψη του ο διαλογογράφος του σίριαλ που ανέφερα στην αρχή.
Η δύναμή της
Τα λόγια της παπαδιαμάντειας «γραίας» κρύβουν και μια άλλη ιδιομορφία της ελληνικής γλώσσας που, ίσως, συντελεί στο να παραμένει ζωντανή και σπαρταριστή. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μορφωμένος για να μιλήσει καλά, μεστά ελληνικά. Απόδειξη, τα ποιήματα, οι στίχοι, τα κείμενα, οι παραλογές της λαϊκής μας παράδοσης, όσα σκάρωσαν άνθρωποι που δεν ήξεραν καν να γράφουν. Κι εδώ μάλλον δεν ισχύει η ρήση του Βιτγκενστάιν «Τα όρια της σκέψης μου είναι τα όρια της γλώσσας μου». Η γλώσσα που «νοούμεν» μπορεί να επεκτείνει τα όρια της γλώσσας που «ομιλούμεν» και να δημιουργήσει αριστουργήματα όπως το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» που ανάγεται στον 9ο μ.Χ. αιώνα και στο οποίο βασίστηκε το έργο του Μίκη Θεδωράκη.
- Επίτιμος δημότης Ελληνικού ανακηρύχθηκε ο διακεκριμένος Καθηγητής Ιατρικής Γεώργιος Π. Χρούσος
- Ενοίκια: Τι αλλάζει από 1η Απριλίου στον τρόπο πληρωμής – Τα πρόστιμα για όσους δεν συμμορφωθούν
- Υπόθεση κατασκοπείας: Νέα στοιχεία για τον 54χρονο σμήναρχο – Η μυστηριώδης γυναίκα και το κινέζικο λογισμικό στο κινητό







