Το άρθρο 110 του Συντάγματος του 1975 κληρονόμησε από το αντίστοιχο άρθρο 108 του Συντάγματος του 1952 δύο κρίσιμα ερμηνευτικά ζητήματα ως προς τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, συναρτώμενα με το ιδιάζον σύστημα αναθεώρησης από δύο διαδοχικές Βουλές που ισχύει στην Ελλάδα με παραλλαγές ήδη από το Σύνταγμα του 1911.
Το πρώτο ζήτημα που έχει οριστικά κλείσει αφορούσε τη σχέση μεταξύ της πρώτης Βουλής, που ζητεί την αναθεώρηση του Συντάγματος και προτείνει τις αναθεωρητέες διατάξεις, και της δεύτερης Βουλής, που αποφασίζει σχετικά με αυτές. Παρά την αντίθετη άποψη που διατύπωσε στην απόφαση του 11/2003 το ΑΕΔ, στη θεωρία και στην πολιτική πράξη γίνεται πλέον δεκτό ότι η δεύτερη Βουλή διαμορφώνει ελεύθερα το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, χωρίς να δεσμεύεται από κατευθύνσεις ή υποδείξεις της πρώτης Βουλής (βλ. για τη σχετική συζήτηση, Χ. Ανθόπουλος, Η ελευθερία της Αναθεωρητικής Βουλής, σε: Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 5/2018, σελ. 522-534). Το γεγονός ότι το βάρος της αναθεωρητικής απόφασης πέφτει στη δεύτερη Βουλή, η οποία για τον λόγο αυτόν θεωρείται ως Αναθεωρητική Βουλή, απομειώνει αντικειμενικά τη νομική και πολιτική αξία της απόφασης περί αναθεωρήσεως της πρώτης Βουλής, η οποία απλώς καθορίζει ποιες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν.
Στην παρούσα πολιτική συγκυρία και ενόψει των πιθανών δυσκολιών σχηματισμού κυβέρνησης στις εκλογές του 2027 (ή ίσως του 2026), τίθεται όμως και ένα άλλο ερώτημα: Ποια είναι η Αναθεωρητική Βουλή; Είναι μόνο η επόμενη Βουλή ή μήπως είναι και η μεθεπόμενη Βουλή, αν η επόμενη διαλυθεί λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης κατά το άρθρο 37 Συντ.;
Κατά το άρθρο 100 Συντ., η ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας με την ψήφιση της αναθεωρητικής απόφασης γίνεται από την επόμενη Βουλή κατά την πρώτη σύνοδό της. Η πρώτη σύνοδος νεοεκλεγμένης Βουλής, που αρχίζει μετά την ορκωμοσία των βουλευτών και την εκλογή του Προεδρείου της Βουλής, δηλαδή τη συγκρότησή της σε σώμα, προϋποθέτει υφιστάμενη Βουλή που υπάρχει ήδη από την ημέρα των εκλογών, οπότε αρχίζει και η νέα βουλευτική περίοδος. Αυτή η Βουλή είναι η επόμενη Βουλή κατά την έννοια του άρθρου 100 Συντ. και η τυχόν διάλυσή της πριν από την έναρξη των εργασιών της πρώτης συνόδου ή ακόμη και πριν η Βουλή συνέλθει και συγκροτηθεί σε σώμα, αν υποτεθεί ότι «το διαλύει τη Βουλή» του άρθρου 37§3 Συντ. παρέχει στον ΠτΔ τη δυνατότητα αυτή, σημαίνει λήξη της βουλευτικής περιόδου και άρα παρέλευση όλων των συνόδων της, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της πρώτης. Η μεθεπόμενη Βουλή, δηλαδή αυτή που θα προκύψει μετά τις δεύτερες εκλογές, δεν έχει πλέον αναθεωρητική αρμοδιότητα και η διαδικασία της αναθεώρησης θα πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή. Το γεγονός ότι υπήρξε, μέσα στο διάχυτο κλίμα συνταγματικού και ποινικού λαϊκισμού της εποχής, μια απόφαση Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 86§3 Συντ. (υπόθεση Παπακωνσταντίνου) που έκρινε ότι μια Βουλή χωρίς σύνοδο δεν υπολογίζεται για την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου αυτού, δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να μετονομάσει τη μεθεπόμενη Βουλή σε επόμενη Βουλή κατά την έννοια του άρθρου 110 Συντ.
Ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ)







