Από παλιά πίστευα τη θέση του Αριστοτέλη, πως όποιος δεν ενδιαφέρεται για τα κοινά, δεν είναι παρά ένας άχρηστος πολίτης, ο «ιδιώτης». Γι’ αυτό μετείχα, με τον δικό μου τρόπο, είτε με τα γραπτά μου είτε αφήνοντας κατά μέρος τη συγγραφική μου ταυτότητα, στην άμεση πολιτική δράση, προσδοκώντας μιαν ανατροπή.
Γιατί τι άλλο πασχίζει ο συγγραφέας, παρά την ανατροπή των παγιωμένων καταστάσεων, των βεβαιοτήτων που μας ταλαιπωρούν, την απώθηση της αφόρητης αμεσότητας του πραγματικού;
Καμιά φορά, παρ’ όλα αυτά, στις διαδηλώσεις συνήθως ή στις πολύωρες, τις εξαντλητικές κομματικές «διαδικασίες», είναι αλήθεια πως ένιωθα να ταυτίζομαι με κάποια – κάθε φορά και διαφορετική – από τις φιγούρες του Καραγκιόζη, και τότε κατατρόμαζα.
Το απωθούσα βιαστικά και έσπευδα να επιστρέψω στον «συνεπή» εαυτό μου, στη ναρκισσιστική αφέλειά μου. Ο,τι ακολούθησε, δυστυχώς, με τα χρόνια, η απόλυτη πιστοποίηση εκείνου του «πολιτικού» εαυτού μου ως Καραγκιόζη.
Συνείδηση που άλλοτε με γέμιζε μελαγχολία, πολύ συχνά όμως με έκανε περήφανο, που μπόρεσα, που τόλμησα να αγνοήσω, να περιφρονήσω τη συμβατική λογική και αξιώθηκα να βαδίσω, εν γνώσει μου, στον αδιέξοδο αλλά ευσπλαχνικό δρόμο της ουτοπίας.
Ομως τώρα η πολιτική πραγματικότητα κτίζεται πλέον φοβερή γύρω μας. Απίθανα κόμματα – βρικόλακες ξεπηδούν, νέες απάνθρωπες εποχές ανατέλλουν, καινούργιες ιδεολογίες – οι ίδιες άθλιες παλιές – αναγεννιούνται και ο τρόμος του μέλλοντος εύλογος, καθώς βρυχάται σαν τον Μινώταυρο.
Είναι επιτακτική επομένως ανάγκη να μπω ξανά στο πολιτικό σκηνικό, να παίξω κι εγώ έναν ρόλο, δεν μου επιτρέπεται άλλο καμιά απόσυρση, σκέπτομαι.
Ομως, σ’ αυτή την πολιτική πραγματικότητα; Εάν θα έπρεπε, δηλαδή, να χαρακτηρίσω το σκηνικό που κυριαρχεί σήμερα στη Βουλή, θα το προσομοίαζα, φοβάμαι, με τη «Βαβυλωνία», την πασίγνωστη κωμωδία του 1836, του Δ. Βυζάντιου.
Με τη γλωσσική σύγχυση, την αμετροέπεια, την ασυνεννοησία, τον κενό, κοινότοπο λόγο, τον απροκάλυπτο κυνισμό πολλών βουλευτών και την αυθαιρεσία της εξουσίας του σύγχρονου κράτους να δεσπόζουν. Αυτόν τον αλλοπρόσαλλο θίασο, τη χαοτική παράσταση, τη φαντάζομαι να συνοδεύεται από τραγούδια και στίχους του Διονύση Σαββόπουλου, που χαρακτηρίζουν, κατά τη δική μου θεώρηση, τα κόμματα της Βουλής και όσα ακόμα απειλούν να εισέλθουν σ’ αυτήν.
Ετσι, 1) για τη Νέα Δημοκρατία ακούω τον Νιόνιο να τραγουδάει: «Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη, λίγο νερό του καφετζή, τα διώχνει ο πρώτος μ’ ένα φτυάρι κι ο άλλος λύνει το σκυλί».
2) Για το ΠΑΣΟΚ βρίσκω ταιριαστό το: «Ολαρία ολαρά, χιόνι πέφτει από ψηλά, χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά».
3) Στην Κοινοβουλευτική Αριστερά, σε όλες τις εκφάνσεις της, θα τραγουδούσε μελαγχολικά ο Σαββόπουλος: «Ο,τι και να πω, κάτι περισσεύει, τρύπια είναι η αγάπη μας και δεν μας προστατεύει».
4) Για τον Βελόπουλο, τον Νατσιό, τη Λατινοπούλου, τους «Σπαρτιάτες» αρκεί το: «Αϊ σιχτίρ, βαλκανικέ».
5) Για το ΚΚΕ, συμπονετικός ο τραγουδιστής: «Προδοσίες και ψευτιές και μουρλές πολιτικές, όποιος λύγισε εκεί, λέω για πάντα έχει σωθεί».
6) Οσο για την Καρυστιανού, διακριτικός, συγκρατώντας την οργή του, τον φαντάζομαι: «Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει, και του ‘παμε να φύγει μουδιασμένα…».
7) Και για τον Αλέξη: «Ασε τα θαύματα, τη μάσκα πέταξε, εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε». Γιατί μόνο στα τραγούδια, στο γιούχα και στη λοιδορία ελπίζω, και στα «παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», που «φέρνουνε μηνύματα από μιαν αγάπη που ‘χα».
Ο Ανδρέας Μήτσου είναι συγγραφέας


![ΕΕ-Ινδία: Η ακτινογραφία της εμπορικής συμφωνίας (FTA) [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_India_EE-600x400.jpg)




