Η ταινία «Καποδίστριας» έχει βοηθήσει ώστε να μετατοπιστεί η συζήτηση, από την κριτική κινηματογράφου, στην ιστορία. Και μάλιστα στην αγαπημένη στον τόπο μας εκδοχή, που είναι η παραμυθία. Παράλληλα ο Καποδίστριας ως πρόσωπο, έγινε γνωστός διά μέσου της ταινίας, σε ένα ευρύ ακροατήριο που μπορεί να γνωρίζει με τα μικρά ονόματα τους ήρωες των ριάλιτι, αλλά όχι τους δομικούς «συντάκτες», «υλοποιητές», τα εμβληματικά πρόσωπα  του νέου ελληνικού κράτους.

Αλλά, έγινε γνωστός (ο Καποδίστριας), ακριβώς με τους όρους των εκπαιδευμένων από σαπουνόπερες θεατών ή των θεατών που έχουν συνηθίσει τον μυθοπλαστικό ντετερμινισμό. Με όλες τις ανακολουθίες  των προσληπτικών τους μηχανισμών. Οι θεατές που έχουν εκπαιδευτεί σε έναν τύπο μυθοπλασίας (ή τηλεπαιχνιδιού), ακριβώς με αυτόν τον τρόπο προσλαμβάνουν και το ιστορικό γεγονός ή το ιστορικό πρόσωπο.

Είναι αλήθεια ότι η ανάγκη σινιάλων, νευμάτων, καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο χώρο στον εθνικό ψυχισμό. Συνήθως μακριά από επιστημονικούς όρους, αλλά με τις χαώδεις συνεκδηλώσεις των προσωπικών ανεκπλήρωτων που μετασχηματίζονται σε εθνικά αφηγήματα. Είναι σίγουρο ότι πολλοί δεν έχουν διαβάσει κανένα επιστημονικό κείμενο, ούτε καν βιογραφική έκθεση, για τον Ιωάννη  Καποδίστρια και αναρωτιέσαι, γιατί η ταινία να διεγείρει τέτοια πάθη, ένθεν κακείθεν; Ενώ δηλαδή το φαινόμενο πατάει σε μια άγνοια των θεατών (ή των σοσιαλμιντιακών σχολιαστών) για το πρόσωπο και τις συνθήκες, σε ποια βάση πατάει η ένταση και η φανατική ένταξη;

Η συλλογική ανασφάλεια, τα πανικόβλητα ταυτοτικά ερωτήματα, οδηγούν στην ανάγκη συμπαγών συμβόλων. Η ταινία του Γ. Σμαραγδή, όπως παλαιότερα «Ο Ανθρωπος με το Γαρύφαλλο» του Ν. Τζίμα, αντιστοιχούν σε ευρύτερες ιδεολογικές και επικυρωτικές ανάγκες.

Η μεταδικτατορική Αριστερά λόγω και της πολυετούς δίωξης της μετεμφυλιακής περιόδου, είχε απόλυτη ανάγκη επικύρωσης. Η μουσική, ο κινηματογράφος, το θέατρο, η λογοτεχνία, αντανακλούσαν την ανάγκη μια νέας αφήγησης.

Η χρεοκοπία, η οποία εγκαταστάθηκε οδυνηρά πάνω στον πολιτιστικό ερειπιώνα του νεοπλουτισμού και εκμαυλισμού των προηγούμενων χρόνων, διήγειρε στους εκμηδενισμένους μικροαστούς την ανάγκη ιδεολογικού σχήματος, ενός οχήματος αυτοαναγνώρισης. «Είμαι κάτι». Και αυτό «το κάτι», πρέπει να είναι περίλαμπρο, ακριβώς σε μια ανεστραμμένη αναλογία με την αίσθηση απαξίωσης και περιθωριοποίησης που βιώνει ο σύγχρονος πολίτης της χώρας μας.

Ενα διαφώτιστο «κάτι» απέναντι σε μια θάλασσα διιστορικής και επιθετικής αδικίας. Σε μεγάλο βαθμό η συλλογική  ταυτότητα συγκροτείται ως το σύνολο των αδικιών, των υπονομεύσεων, των συνωμοσιών «εναντίον μας».

Ο αυτοοικτιρμός είναι ανεστραμμένος μεγαλοϊδεατισμός. Η ταινία πάντως, σαν διεγέρτης πάθους, αποτελεί ούτως ή άλλως ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτιστικό φαινόμενο. Πέρα από κριτικές για τη φιλμική ακεραιότητα ή την ιστορική ακρίβεια, η ταινία έχει λειτουργήσει σαν λαϊκό δρώμενο. Ανασύρει και γνωστοποιεί σε ένα ευρύ κοινό, ένα σημαντικό ιστορικό πρόσωπο που μέχρι χθες ήταν χαμένο στα λήμματα της Wikipedia ή επισκιασμένο απ’ τα ανερμάτιστα Reels, έστω κι αν σκηνοθετικά πρέπει να αναμονταριστεί (γίνεται πάντως και τώρα, να ξαναδουλέψει ο Σμαραγδής στο μοντάζ).

Οι ιστορικές ανακρίβειες δεν είναι περισσότερες από τις συνηθισμένες μυθοπλαστικές ανασκευές που κάνει η διεθνής κινηματογραφική βιομηχανία.

Υπάρχει όμως ένα ενδιαφέρον στοιχείο. Οι πολυάριθμοι θεατές συγκινούνται, χειροκροτούν όπως παλαιότερα είχε συμβεί  και στην ταινία του Τζίμα.

Η φλέβα της συλλογικής ανάγκης, φαίνεται ότι παραβλέπει σκηνοθετικές απλουστεύσεις και ιστορικές ανακρίβειες. Η ταινία ανασκηνοθετείται και η ιστορία ανασυγγράφεται μέσα στη λαϊκή πίστη και την ψυχική ανάγκη.

Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk