Παίζω και ξαναπαίζω το βίντεο. Εχω κολλήσει. Δεν ξέρω αν πρέπει να ευγνωμονώ ή να καταριέμαι την τεχνολογία που μας δίνει τέτοιες εικόνες. Που μας φέρνει τόσο ανατριχιαστικά κοντά στον θάνατο. Στον θάνατο των άλλων.
Τι μου θυμίζει το βαν στις ύστατες στιγμές; Κάποια πουλάκια που παθαίνουν μπλακάουτ, χάνουν τον προσανατολισμό τους και σκάνε στα παρμπρίζ και γίνονται χαλκομανίες, βρίζει ο οδηγός – «θα μας σκότωνε, ανάθεμά το!» –, φρενάρει στην άκρη του δρόμου και πλένει όπως-όπως το τζάμι. Καπνίζει ένα τσιγάρο και συνεχίζει το ταξίδι.
Με το που άγγιξε το ρύγχος της νταλίκας, μέσα σε κλάσμα του δευτερολέπτου, το βαν κόπηκε στα δύο. Το αριστερό μισό του αλέστηκε από τους τροχούς της. Το δεξί πέταξε πάνω από την άσφαλτο και προσγειώθηκε, συντρίμμια, στο χωράφι. Δεν διακρίνονται ευτυχώς κορμιά. Μόνο κομμάτια από μέταλλο και πλαστικό και κάτι σαν άσπρα πανιά, οι αερόσακοι θα είναι, που άνοιξαν μάταια. Οι κρότοι, που δεν έχουν καταγραφεί στο βίντεο, πρέπει να ήταν εκκωφαντικοί.
Προτού πεις κύμινο – και τότε σου έρχεται να βάλεις τα κλάματα – η ηρεμία έχει περίπου επανέλθει. Μια άλλη νταλίκα, με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά, περνάει εμπρός από την κάμερα. Μες στην καμπίνα της θα ακούγεται μουσική ή φλυαρία ραδιοφωνατζήδων.
Ενα κουρσάκι την ακολουθεί, κόβει ταχύτητα, θα σταματήσει; Ή «πού να μπλέκουμε τώρα με αστυνομίες και με καταθέσεις»; Τι νόημα έχει, αλήθεια; Σαν να άνοιξε μια χαραμάδα στον χρόνο και να κατάπιε εφτά ανθρώπους. Κι έπειτα όλα συνεχίστηκαν κανονικά. Δηλαδή ασυνάρτητα.
Κατέβηκαν στον Αδη για τον ΠΑΟΚ οι εφτά; Ας μην καταδεχόμαστε, όσοι δεν τους πενθούμε προσωπικά, ας μην ενδίδουμε σε τέτοιες ανοησίες. Από ένα τίποτα χάθηκαν. Μια στιγμιαία απώλεια ελέγχου του οχήματος, μια στραβοτιμονιά. Παθιάζονταν για την ομάδα τους, τους γέμιζε υπαρξιακά το ανήκειν, ο οπαδισμός, τους ανακούφιζε από μια σκληρή – ή απλώς πληκτική – καθημερινότητα. Δεν βγήκαν όμως στον πόλεμο για τον «Δικέφαλο του Βορρά». Μια εκδρομή πήγαν.
Αγορίστικη εκδρομή, επιστροφή στην εφηβεία. Απόδραση από δουλειές και σχέσεις. Από «πού είσαι; γιατί δεν σηκώνεις το κινητό;», από «στον γυρισμό, πάρε ψωμί», από «έλα, μάστορα, στάζει το καζανάκι, πότε ευκαιρείς να το διορθώσεις;». Θα το σχεδίαζαν από το καλοκαίρι. Θα είχαν ψάξει για φτηνά εισιτήρια – «δεν λέει το αεροπλάνο, πιάνεσαι, βαριέσαι, δεν καπνίζεις… καλύτερα να νοικιάσουμε αμάξι, να κάνουμε πλάκα στη διαδρομή!».
Πλάκες, καφρίλες, ποτά και στριφτά, στάσεις σε φαστφουντάδικα. Σε μπαρ. Θα διέσχιζαν τη μισή Ευρώπη σε δυο μέρες – «Λυών, σου ερχόμαστε!». Είχαν άραγε κλείσει ξενοδοχεία, είχαν αποφασίσει ποιος θα κοιμηθεί με ποιον; «Τον νου σας, μάγκες, στο γήπεδο θα μας ξεψειρίσουν μέχρι σώβρακο, να είστε καθαροί, μη μας μπουζουριάσουν τζάμπα και βερεσέ…». Στην κερκίδα θα τα ‘διναν όλα. Κι έπειτα, ανάλογα με την έκβαση του ματς ή θα έκαναν τον γύρο του θριάμβου ή θα έπνιγαν τον καημό τους στην μπίρα.
Πολλά χρόνια αργότερα, σε πασχαλινό τραπέζι, θα έδειχνε κάποιος τους φωτογραφίες από εκείνο το τριήμερο. Πενηντάρηδες πλέον, θα ξεγελούσαν τη νοσταλγία τους με χαχανητά και με πειράγματα – «ρε καράφλα, τότε είχες χαίτη!», «δεν κοιτάς την κοιλούμπα σου, που εδώ σε βλέπω με σιξ πακ;». Οι γιοι τους όλοι Παοκτσήδες από κούνια, εκτός από έναν που θα είχε ξεστρατίσει και θα είχε γίνει Αρειανός.
Τζάμπα και βερεσέ. «Γιατί;». «Επειδή έτσι…». Κι ας ερευνούν οι ειδικοί τα αίτια της τραγωδίας. Οταν γλιτώνεις παρά τρίχα, όταν περνάει ξυστά ο θάνατος από δίπλα σου, συχνά ούτε εσύ δεν το καταλαβαίνεις. Είμαστε όλοι, στην ουσία, επιζώντες.
Τι μας προσφέρει η συνείδηση της τυχαιότητας και της προσωρινότητας, ακόμα και όταν τη διαθέτουμε; Ανεβάζουμε ένταση, ρουφάμε τη ζωή ως το μεδούλι; Αφοσιωνόμαστε σε ένα ιδανικό που να μας υπερβαίνει; Γινόμαστε απλώς θυμόσοφοι; Καθένας όπως ξέρει και μπορεί. «The rest is silence» που λέει κι ο Σαίξπηρ.







