Στις 20 Δεκεμβρίου έφυγε από κοντά μας η Λίλα Μαραγκού. Η σχέση της με τις Κυκλάδες ήταν ισχυρή και διπλή: βιωματική καθώς ήταν Κυκλαδίτισσα με γενέτειρα τη Χώρα Αμοργού και επιστημονική. Η κυκλαδική αρχαιολογία είναι πλέον εμφανώς φτωχότερη, αφού η απώλειά της είναι η τρίτη κατά σειρά μετά τις σχετικά πρόσφατες της Φωτεινής Ζαφειροπούλου και του Colin Renfrew.

H Μαραγκού διακρίθηκε ως καθηγήτρια κλασικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων αφήνοντας πίσω της πλήθος αξιόλογων μαθητών.

Το μουσειακό της έργο ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Ξεκίνησε προσφέροντας εργασία στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ως μαθήτρια του Χρήστου και της Σέμνης Καρούζου, ενώ διετέλεσε επιμελήτρια του Μουσείου Μπενάκη και διευθύντρια του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης του Ιδρύματος Ν.Π. Γουλανδρή.

Ως αρχαιολόγος πεδίου άφησε το στίγμα της στην αρχαιολογία του νησιωτικού Αιγαίου, στη Ρόδο (όπου ανέσκαψε με τον έφορο Αρχαιοτήτων Ιωάννη Παπαχριστοδούλου το Ιερό του Ερεθιμίου Απόλλωνος) και στις Κυκλάδες. Εκεί, όμως, που έκανε κατάθεση ψυχής ήταν η ιδιαίτερη πατρί[1]δα της, η Αμοργός. Το έργο της επεκτάθηκε σε ολόκληρο το νησί και τις γύρω νησίδες και ήταν διαχρονικό, από τους προϊστορικούς έως τους βυζαντινούς χρόνους. Η πιο σημαντική έρευνά της ήταν η συστηματική ανασκαφή της αρχαίας πόλης της Μινώας. Επιπλέον ερεύνησε και πολλές

άλλες θέσεις και μνημεία του νησιού συμπεριλαμβανομένων των αρχαίων πύργων. Τις έρευνές της δημοσίευσε σε δύο βαρυσήμαντους τόμους:

Αμοργός Ι. Η Μινώα: η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια, Αθήνα 2002 και Αμοργός ΙΙ. Οι αρχαίοι πύργοι, Αθήνα, 2005 που εκδόθηκαν και οι δύο από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τον πύργο της Αγίας Τριάδας, ο οποίος στερεώθηκε και αναδείχθηκε υποδειγματικά από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου υπό τη δική της επιστημονική παρακολούθηση. Το συγκεκριμένο έργο βραβεύτηκε από την Europa Nostra το 2011. Επίσης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη βυζαντινή μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, κληροδοτώντας μας την ενδιαφέρουσα μονογραφία Αμοργός: μονή Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, Αθήνα, 1988, έκδοση του υπουργείου Αιγαίου.

Τέλος, ήταν η δημιουργός του Αρχαιολογικού Μουσείου Αμοργού, δημοσίευσε δε και τον κατάλογο των μαρμάρινων γλυπτών που αυτό περιλαμβάνει.

Τη Λίλα πρωτογνώρισα στο Μουσείο Μπενάκη, όταν το επισκέφθηκα ως φοιτήτρια με άλλουςσυμφοιτητές μου και εκείνη μας ξενάγησε στις συλλογές των αρχαιοτήτων του. Σταθήκαμε μπροστά στην προθήκη με τον λεγόμενο «θησαυρό της Εύβοιας» (δύο χρυσά κύπελλα και μια αργυρή φιάλη, πιθανόν κυκλαδικά) και εκεί βρήκε την ευκαιρία να μας μιλήσει με πάθος για τις Κυκλάδες της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.) και την ακτινοβόλα τους ανάπτυξη.

Παρότι κλασική αρχαιολόγος, έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για την περίοδο αυτήν της κυκλαδικής προϊστορίας, για τον «Κυκλαδικό Πολιτισμό», όπως συνήθιζε να λέει, επιλέγοντας να χρησιμοποιεί πάντα τον όρο του Χρήστου Τσούντα.

Στα βήματα του Τσούντα κινήθηκε και στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Αμοργό, όπου δεν άφησε βράχο για βράχο χωρίς να τον ψάξει, αναζητώντας τις Πρωτοκυκλαδικές θέσεις που είχε ανασκάψει εκείνος στο τέλος του 19ου αι.· κατάφερε μάλιστα να ταυτίσει αρκετές από αυτές.

Περπατώντας ατέλειωτα στην Αμοργό, η δαιμόνιααυτή Κυκλαδίτισσα εντόπισε και νέες Πρωτοκυκλαδικές θέσεις, ανάμεσά τους και τον σημαντικό οικισμό της Μαρκιανής, στον οποίο προσκάλεσε τους φίλους της, προϊστορικούς αρχαιολόγουςΧρίστο Ντούμα και Colin Renfrew, να τον ανασκάψουν από κοινού (1987-1989). Με τους ίδιους συνεργάστηκε και στην πρώτη συστηματική έρευνα που έγινε στον Κάβο Δασκαλειού της Κέρου το 1987.

Συμμετείχε μάλιστα και στην επιστημονική επιμέλεια των δημοσιεύσεων των δύο αυτών αξι[1]όλογων προϊστορικών ερευνών, Keros, Dhaskalio Kavos: Τhe Ιnvestigations of 1987-88, Λονδίνο 2006 και Markiani, Amorgos: an early Bronze Age fortified settlement, Cambridge 2007 που εκδόθηκαν από τη Βρετανική Σχολή Αθηνών και το Ινστιτούτο Mackdonald του Πανεπιστημίου του Cambridge αντίστοιχα. Επίσης, αρθρογράφησε και για πολλά επί μέρους θέματα του Πρωτοκυκλαδικού κόσμου και κυρίως για τα μαρμάρινα Πρωτοκυκλαδικά ειδώλια που την ενδιέφεραν ιδιαίτερα.

Σ πουδαία ήταν και η συμβολή της στην έκθεση «Κυκλαδικός Πολιτισμός. Η Νάξος στην 3η π.Χ. χιλιετία» που διοργανώθηκε στο Μουσείο Γουλανδρή το 1990, με τη συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και άφησε εποχή. Η έκθεση αυτή διέφερε από τις περισσότερες περι[1]οδικές εκθέσεις Πρωτοκυκλαδικών αρχαιοτήτων της εποχής που βασίζονταν σε αρχαιότητες χωρίς γνωστή αρχαιολογική προέλευση.

Τα εκθέματα ήταν αντικείμενα που προέρχονταν από ανασκαφές και φυλάσσονταν σε τέσσερα δημόσια μουσεία: τα Αρχαιολογικά Μουσεία Νάξου, Απειράνθου Νάξου και Μήλου, καθώς και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Επιπλέον, τα μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά όχι μόνο για την προβολή της Πρωτοκυκλαδικής τέχνης, αλλά και ως φορείς γνώσεων σχετικά με διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής στις Κυκλάδες κατά την Πρωτοκυκλαδική περίοδο.

Στην έκθεση αυτή μετείχα με κείμενό μου ως νεαρή επιμελήτρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και θυμάμαι ότι η αίσθηση των συμμετεχόντων και των επισκεπτών ήταν ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό εγχείρημα. Αυτό αποδείχθηκε και από τη διάρκεια της φήμης της έκθεσης στον χρόνο, δεδομένου ότι μνημονεύεται ακόμη σε διάφορα αρχαιολογικά κείμενα ως σημαντική λόγω της φιλοσοφίας της.

Ο συνοδευτικός, μάλιστα, κατάλογος που επιμελήθηκε με ιδιαίτερη φροντίδα η Μαραγκού αποτελεί έως σήμερα ένα βιβλίο στο οποίο παραπέμπουμε συχνά όλοι, όσοι ασχολούμαστε με την κυκλαδική προϊστορία.

Τη Λίλα θα τη θυμόμαστε πάντα για το σημαντικό, πολυσχιδές επιστημονικό της έργο και την αφοσί[1]ωσή της στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Αμοργό.

Καλό της ταξίδι

Η δρ Μαρίζα Μαρθάρη είναι επίτιμη διευθύντρια Αρχαιοτήτων υπουργείου Πολιτισμού, τέως έφορος Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και Σάμου

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk