Υποψήφιος για Grammy, ένα βραβείο ECHO CLASSIC, όρθια χειροκροτήματα από το απαιτητικό κοινό της Σκάλας του Μιλάνου, ηχογραφήσεις με κορυφαίες δισκογραφικές εταιρείες – Deutsche Grammophon, Decca –, εμφανίσεις στα πιο εμβληματικά θέατρα του κόσμου, όπως η Monnaie των Βρυξελλών, η αρένα της Βερόνας, η όπερα της Ζυρίχης, τo San Carlo της Νάπολι, το Teatro Massimo του Παλέρμο, το Τεάτερ αν ντερ Βιν στη Βιέννη, οι όπερες της Φρανκφούρτης, της Στουτγάρδης, της Κολωνίας, η Κόμισε Οπερ του Βερολίνου. Αυτά είναι μερικά στιγμιότυπα που συνθέτουν τη λαμπρή πορεία του Γιώργου Πέτρου, όμως επιμένει πως «τώρα νιώθω ότι είμαι μουσικός, αλλά δεν ξέρω πόσο καλός».
Η διεθνής αναγνώρισή του επισφραγίστηκε με τον τίτλο «Chevalier de l’ Ordre des Arts et des Lettres» από τη γαλλική κυβέρνηση, τον Associate of the Royal Academy of Music (ARAM) και τη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου, ενώ είναι καλλιτεχνικός διευθυντής στο Internationale Händel Festspiele-Goettingen, ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ μπαρόκ όπερας του κόσμου.
Δίπλα σε αυτά όμως θα πρέπει να σταθεί και η ολοκλήρωση της τιτάνιας προσπάθειας του Γιώργου Πέτρου να κρατήσει την Καμεράτα όρθια. Τον Νοέμβριο του 2024 η επιτυχία αυτού του άθλου επισφραγίστηκε με μια σπουδαία συναυλία, την οποία ανακαλεί στη διάρκεια αυτής της συζήτησης στο εστιατόριο της γειτονιάς του στον Χολαργό. «Η νέα εποχή της Καμεράτας ξεκίνησε παρουσιάζοντας στην πρώτη μας συναυλία τα Βραδεμβούργια Κοντσέρτα του Γ. Σ. Μπαχ.
Οταν ανέβηκε η Ορχήστρα στη σκηνή, το κοινό την αποθέωσε. Ακουγα την ενθουσιώδη υποδοχή από τα παρασκήνια και ένιωθα απίστευτη χαρά, δικαίωση αλλά και θαυμασμό. Αυτό από μόνο του όρισε τη συνέχεια της ερμηνείας εκείνης της βραδιάς».
Το «Candide» του Μπερνστάιν
Ο Γιώργος Πέτρου, από τους σημαντικότερους σύγχρονους ερμηνευτές της μουσικής του 18ου αιώνα και της όπερας του μπελκάντο, στρέφεται αυτή τη φορά σε ένα από τα μεγάλα μουσικοθεατρικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα.
Παρουσιάζει απόψε στη σκηνή «Αλεξάνδρα Τριάντη» για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό το «Candide» του Λέοναρντ Μπερνστάιν, ένα από τα σημαντικότερα μουσικοθεατρικά έργα του 20ού αιώνα, έχοντας την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης, της σκηνοθεσίας και της μετάφρασης. Πρόκειται για μια αιχμηρή απάντηση στον μακαρθισμό, τον πολιτικό εξτρεμισμό και τη χειραγώγηση των μαζών.
Αντλώντας έμπνευση από το σατιρικό αριστούργημα του Βολταίρου «Candide ή περί αισιοδοξίας» (1759), ο συνθέτης δημιουργεί έναν κόσμο όπου η αφελής αισιοδοξία των ανθρώπων αμφισβητείται από μια καταιγίδα παραλογισμών και ανατροπών.
Ποιο στοιχείο καθιστά ένα έργο αληθινά σπουδαίο, ώστε να αντέχει στις ανατροπές της εποχής και στις προσωπικές εμπειρίες των ανθρώπων; «Ο μόνος τρόπος για να διαπεράσει τον χρόνο ένα έργο είναι να το πιστέψουν οι ερμηνευτές. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποια κομμάτια του διεθνούς ρεπερτορίου κατακτούν την αναγνώριση, ενώ άλλα παραμένουν άγνωστα».
Τι είναι όμως αυτό που οδηγεί έναν καλλιτέχνη να επιλέξει και να ερμηνεύσει ένα συγκεκριμένο έργο; «Γιατί βρίσκουμε σε αυτό έναν τρόπο δικής μας τελείωσης. Προσπαθούμε να αγγίξουμε πιο σημαντικές δημιουργίες του ανθρώπινου πνεύματος και μας ωθεί, ως καλλιτέχνες, να πλησιάζουμε το τέλειο, το θείο. Ετσι παραμένει και η διαχρονικότητα ενός έργου. Ο Μότσαρτ έλεγε για τα κοντσέρτα του: “Οσοι ξέρουν, θα αντλήσουν πολύ μεγάλη ευχαρίστηση αναλύοντας το έργο. Οσοι δεν ξέρουν, θα το κατευχαριστηθούν εξίσου”. Επίσης το μεγαλείο των σπουδαίων έργων είναι πως όσες φορές και να τα μελετήσεις, πάντα θ’ ανακαλύπτεις καινούργια στοιχεία. Πιστεύω ότι όσο ζω και είμαι ικανός να διευθύνω ορχήστρες, θα συνεχίσει αυτή η διαλεκτική σχέση με τα έργα».
«Λιγότερο επιθετικά»
Συνδέεται ο τρόπος που ζει ένας καλλιτέχνης με το πώς επιλέγει να προσεγγίσει και να παρουσιάσει μια δημιουργία; «Ερμηνεύουμε αυτό που είμαστε. Και κάθε φορά δεν είμαστε ποτέ ίδιοι. Αρα, μας ορίζει η καθημερινότητά μας, ο τρόπος που πλησιάζουμε ένα έργο. Σήμερα, κάτι που δεν συνέβαινε παλαιότερα, τείνω να παίρνω πιο πολύ χρόνο σε σχέση με τη μουσική. Δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ η έξαψη ή ο ενθουσιασμός, όσο το να μεταφέρω στον ακροατή όσο περισσότερες λεπτομέρειες και επίπεδα γίνεται. Οσο περνάει ο καιρός, αντιλαμβάνομαι πρόσθετες διαστάσεις – στη μουσική, στη σκηνοθεσία, στη μετάφραση, με ό,τι τέλος πάντων καταπιάνομαι.
Πλησιάζω το έργο λιγότερο επιθετικά σε σχέση με το παρελθόν, που ενδεχομένως με ενδιέφερε περισσότερο η εντύπωση. Φυσικά δεν εννοώ ότι η ερμηνεία ενός νέου είναι λιγότερο βαθιά από αυτή ενός μεγαλύτερου.
Υπάρχουν νέοι που διαθέτουν εκπληκτική ωριμότητα, σε σημείο που κάποιες φορές τούς οδηγεί σε τέλμα. Στη δική μου περίπτωση, νομίζω ότι πέρασα αυτά τα στάδια ομαλά. Χάρηκα πολύ αυτό το ταξίδι της σταδιακής εξέλιξης, που θέλω να πιστεύω ότι συνεχίζεται και θα συνεχίζεται».
Τονίζει ότι το κοινό στο οποίο απευθύνεται δεν συνδέεται με τις επιλογές στον τρόπο που αποφασίζει να ερμηνεύσει ένα έργο. Ωστόσο, επιμένει πως είναι μεγάλη η επίδραση του κόσμου που βρίσκεται στην πλατεία κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας, όσο και αν αυτό αμφισβητείται ή δεν γίνεται κατανοητό. «Η ενέργεια και ο τρόπος με τον οποίο οι ακροατές – θεατές παρακολουθούν είναι άκρως μεταδοτικά και ο καλλιτέχνης το αντιλαμβάνεται αυτό.
Κάποιες στιγμές είναι σαν να εισπνέεις οξυγόνο και άλλες καπνό. Το κοινό δεν είναι στρατιωτάκια. Φέρει ο καθένας την ενέργειά του. Η συναστρία του ποιος είναι από κάτω ορίζει την πορεία μιας συναυλίας».
Τη δική του πορεία, από τα πρώτα βήματά του, την όρισε το ερώτημα: «”Μπορώ να γίνω μουσικός;”. Ηξερα πως η μουσική ήταν αυτό που αγαπούσα και το μόνο πράγμα που με έκανε ευτυχισμένο. Εκ των υστέρων διαπιστώνω ότι και άλλα πράγματα θα μπορούσαν να με κάνουν ευτυχισμένο, απλώς δεν τα ήξερα τότε. Η μουσική απαιτεί την αφοσίωσή σου, ιδιαίτερα όταν είσαι νέος, πολλώ δε μάλλον όταν είσαι σπουδαστής. Ξέρεις ότι το αγαπάς, αλλά δεν ξέρεις αν μπορείς να το κάνεις».
Εξηγεί ότι πρόκειται για ένα ερώτημα που απαντήθηκε ύστερα από πολλά χρόνια και συμπληρώνει: «Οι καλλιτέχνες “χτυπάμε” τον εαυτό μας πολύ άσχημα. Εχουμε την τάση να παλεύουμε με εμάς, με τις δυνατότητές μας και τείνουμε να θαυμάζουμε σε όλους τους άλλους ό,τι εμείς δεν έχουμε. Αυτό είναι καλό γιατί μας κινητοποιεί. Ωστόσο, παραβλέπουμε εκείνα που έχουμε, τα οποία θεωρούμε δεδομένα.
Δεν είμαι σε θέση να διακρίνω κανένα προσόν μου, αλλά ούτε τι μου λείπει. Ακούω κάτι για παράδειγμα και λέω “τι ωραίο που είναι! Αραγε θα μπορώ να το κάνω εγώ έτσι;”. Κάποιος μπορεί να μου πει “εσύ το κάνεις καλύτερα”. Σημασία όμως έχει ότι για μένα λειτούργησε ως έμπνευση».
Η πρώτη επαφή
Αυτή η συνειδητοποίηση της έμπνευσης και της ανάγκης να δημιουργεί τον οδήγησε πίσω στις πρώτες του αναμνήσεις. «Μεγάλωσα στον Χολαργό. Οι γονείς μου δεν ασχολούνταν καθόλου με τη μουσική. Ο πατέρας μου ήταν τραπεζικός και η μητέρα μου ήταν στο σπίτι.
Η επιθυμία για τη μουσική γεννήθηκε μέσα μου γιατί παρακολουθούσα τηλεόραση τον Κλάουντιο Αράου (σ.σ.: ο σπουδαίος χιλιανός πιανίστας, 1903-1991) να παίζει στην ΕΡΤ κάθε εβδομάδα και έλεγα “πω πω, τι ωραίο πράγμα είναι αυτό!”. Κάποια στιγμή ζήτησα να μάθω πιάνο».
Και μπορεί να μην είχαν άμεση σχέση με τη μουσική οι γονείς του, η μητέρα του όμως, όπως λέει, αγαπούσε τη λυρική σκηνή και το θέατρο. «Μικρό παιδί, 8, 9 ή 10 ετών, ξεχώριζα τις παραστάσεις που ήθελα να παρακολουθήσω. Δεν ήξερα ακριβώς τι ήταν αυτό που με τραβούσε, αλλά ένιωθα μια έλξη. Οταν πήγαινα στην όπερα, η μουσική με μάγευε – τα μπλε βελούδα της Λυρικής, η μυρωδιά των Ολυμπίων, τα όργανα που κούρδιζαν.
Ηταν μια στιγμή που θυμάμαι σαν χθες. Ξαφνικά, ένιωσα ότι ήθελα να μάθω μουσική, να εξερευνήσω αυτόν τον κόσμο. Ζήτησα να μου αγοράζουν δίσκους – “Καβαλερία Ρουστικάνα”, “Παλιάτσοι”, ουβερτούρες του Ροσίνι ήταν οι πρώτοι. Στη συνέχεια βρέθηκε ένας δάσκαλος που αγάπησα πολύ. Θυμάμαι πώς τα χέρια του πετούσαν πάνω στο πιάνο! Ηταν το ωραιότερο που είχα ακούσει ποτέ μου. Και έτσι ξεκίνησα, με μικρά βήματα».
Ακόμα και τότε, τις πρώτες μέρες του έρωτά του για το πιάνο, δεν σταμάτησε να ακούει ροκ. Ως εφηβος οι γνώσεις του στη ροκ μουσική ήταν πολύ περισσότερες από την κλασική. Η απόφαση να αφοσιωθεί στο πιάνο πάρθηκε όταν ενηλικιώθηκε.
Είχε ήδη μπει στη Νομική Σχολή, αλλά οι γονείς του στάθηκαν δίπλα του όταν τους ανακοίνωσε: «”Με ενδιαφέρει περισσότερο το Ωδείο Αθηνών”. Με στήριξαν πλήρως, και αυτό ήταν καθοριστικό όταν πάτησα για πρώτη φορά το πόδι μου στο Λονδίνο, όπου πήγα για να συνεχίσω τις σπουδές μου.
Ενιωσα μεγάλη ανασφάλεια. Θυμάμαι τον φόβο που αισθάνθηκα όταν πήγα να παρακολουθήσω μια συναυλία όπου ένας πιανίστας – αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι το όνομά του – θα έπαιζε το δεύτερο κοντσέρτο του Ραχμάνινοφ.
Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Σκέφτηκα: “Δεν είμαι γι’ αυτό. Γιατί βρίσκομαι εδώ;“. Ηταν η πρώτη μου μέρα, και η αμφιβολία με χτύπησε δυνατά. Ομως, με τον χρόνο, την υποστήριξη δασκάλων, φίλων αλλά και τη δική μου επιμονή, αντιλήφθηκα ότι η μοναξιά και η αμφιβολία είναι κομμάτια της πορείας ενός μουσικού».
Δεν συμφιλιώθηκε όμως, όπως λέει, με τη μοναξιά του πιανίστα. «Γι’ αυτό στράφηκα στη μουσική διεύθυνση. Δεν άντεχα αυτές τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς – μελέτης. Αν για λίγο δεν μελετήσεις, κυριαρχούν οι τύψεις.
Οταν βλέπω έναν πιανίστα, σκέφτομαι όλο αυτό που περνά μέχρι να φτάσει στη σκηνή. Για κάποιους, αυτές οι πέντε ή επτά ώρες μελέτης είναι ευλογία. Για μένα ήταν πραγματικός εφιάλτης. Αφησα λοιπόν το πιάνο με μεγάλη χαρά. Τώρα το απολαμβάνω παίζοντας όσο μου επιτρέπει η διάθεσή μου και είμαι ευχαριστημένος για αυτή την επιλογή. Την ίδια χαρά νιώθω!».
Και αυτή η αίσθηση ευτυχίας επιβεβαιώνει την επιλογή του. «Τελικά, ναι, έπρεπε ν’ ασχοληθώ με την τέχνη γιατί αυτό με κάνει ευτυχισμένο. Οπως και η φύση, η σκηνοθεσία, οι φίλοι μου, το φαγητό, ειδικά όταν το μοιράζομαι!».







