Μπορεί σε έναν βαθμό το σκηνικό να είχε προετοιμαστεί από την τουρκική πρόκληση στο Αιγαίο με το ερευνητικό «Σισμίκ», τον Μάρτιο του 1987, αλλά η κρίση στα Ιμια τον Ιανουάριο του 1996 αποτέλεσε το σοβαρότερο επεισόδιο έντασης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Κυρίως επειδή και οι δύο πλευρές ετοιμάστηκαν για μια αναμέτρηση στο πεδίο.

Αν και αφορούσε δύο μικρές, ακατοίκητες βραχονησίδες, οι πολιτικές και στρατηγικές της συνέπειες υπήρξαν δυσανάλογα μεγάλες, αναδεικνύοντας τις βαθύτερες διαφορές των δύο χωρών σχετικά με την κυριαρχία, το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και την ασφάλεια στην περιοχή. Παράλληλα άφησε ένα μόνιμο αποτύπωμα στον τρόπο με τον οποίο Ελλάδα και Τουρκία αντιλαμβάνονται η μία την άλλη, τροφοδοτώντας εκατέρωθεν μια καχυποψία που συντηρείται τρεις δεκαετίες αργότερα.

Η αφορμή δόθηκε τα Χριστούγεννα του 1995, όταν ένα τουρκικό φορτηγό πλοίο προσάραξε στα αβαθή κοντά στα Ιμια. Οι ελληνικές Αρχές προσέφεραν βοήθεια, την οποία όμως ο τούρκος καπετάνιος αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκικά χωρικά ύδατα. Το περιστατικό φαινομενικά είχε τεχνικό χαρακτήρα, αλλά στην πραγματικότητα ενεργοποίησε ένα υπόστρωμα διεκδικήσεων που ήδη υπέβοσκαν. Σύντομα, οι δύο κυβερνήσεις αντάλλαξαν ρηματικές διακοινώσεις, με την Τουρκία να αμφισβητεί για πρώτη φορά επίσημα την ελληνική κυριαρχία επί των Ιμίων.

Η ελληνική θέση βασίστηκε στις διεθνείς συνθήκες, κυρίως στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και τη Συνθήκη των Παρισίων (1947), οι οποίες καθόριζαν ότι οι βραχονησίδες ανήκαν στην Ελλάδα ως τμήμα των Δωδεκανήσων.

Η Τουρκία υποστήριξε ότι οι συνθήκες αυτές δεν κατονομάζουν ρητά τα Ιμια και άρα η κυριαρχία τους παραμένει «αδιευκρίνιστη» – βάζοντας σε εφαρμογή τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Η κρίση κλιμακώθηκε ταχύτατα στα τέλη Ιανουαρίου 1996.

Η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας στη μία από τις δύο βραχονησίδες και η μετέπειτα αφαίρεσή της από τούρκους δημοσιογράφους πυροδότησαν έναν συμβολικό πόλεμο εικόνων. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ειδικές δυνάμεις και πολεμικά πλοία των δύο χωρών αναπτύχθηκαν στην περιοχή, δημιουργώντας μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση. Τη νύχτα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου, τούρκοι κομάντος αποβιβάστηκαν στη μία από τις βραχονησίδες, γεγονός που έφερε τις δύο χώρες στο χείλος της πολεμικής σύγκρουσης.

Η αποκλιμάκωση επήλθε με παρέμβαση των ΗΠΑ, οι οποίες διαμεσολάβησαν για την αποχώρηση των δυνάμεων και των δύο πλευρών. Η συμφωνία «no ships, no troops, no flags» (χωρίς πλοία, χωρίς στρατεύματα, χωρίς σημαίες) αποσόβησε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, αλλά δεν έλυσε το ζήτημα της κυριαρχίας.

Στην Αθήνα, η αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων θεωρήθηκε επιστροφή στο status quo – στην Αγκυρα θεωρούν ακόμη ότι με την κρίση του 1996 επισημοποίησαν μια νέα ατζέντα αμφισβητήσεων στο Αιγαίο, εγκαινιάζοντας και μια συνολική αναθεωρητική πολιτική.

Στην εγχώρια σκηνή, η κρίση στα Ιμια τροφοδότησε την πολιτική οξύτητα, καθώς η κυβέρνηση Σημίτη που μόλις είχε αναλάβει, επικρίθηκε για χειρισμούς που θεωρήθηκαν υποχωρητικοί. Ωστόσο, η Ελλάδα συνειδητοποίησε την ανάγκη για πιο ενεργή διπλωματική στρατηγική, τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και στο ΝΑΤΟ.

Στα επόμενα χρόνια, η Αθήνα επεδίωξε να εντάξει τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, κρίνοντας ότι η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός εξομάλυνσης. Οι μηχανισμοί αποκλιμάκωσης των εντάσεων στο Αιγαίο βελτιώθηκαν, αλλά παρά τα «ήρεμα νερά» η διαφορά για το καθεστώς των νησίδων δεν έχει ακόμη επιλυθεί.

Τριάντα χρόνια μετά, το αποτύπωμα της κρίσης του 1996 είναι ορατό, τόσο στη στρατηγική σκέψη των δύο χωρών όσο και στη συλλογική μνήμη τους. Τα Ιμια επιβεβαίωσαν ότι ακόμη και οι μικρότερες λεπτομέρειες μπορούν να αποκτήσουν τεράστια γεωπολιτική σημασία, όταν εντάσσονται σε ένα πλαίσιο ιστορικών διενέξεων, εθνικών αφηγημάτων και διεθνούς ανταγωνισμού.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.