Η αμερικανίδα συγγραφέας Σίρι Χούστβεντ έχει μελετήσει πολλές μορφές φασισμού, παλιές και νέες. Και είναι πεισμένη ότι η ιδεολογία του ΜAGA δεν είναι ο συντηρητισμός, αλλά ένα νέο είδος φασισμού. Οι άνθρωποι αυτοί, γράφει στην «El País», δεν «συντηρούν» κάτι. Ο στόχος τους είναι να καταστρέψουν την κυβέρνηση, να επιτεθούν στα πανεπιστήμια, να δώσουν τέλος στην ελευθερία της έκφρασης, τον πλουραλισμό και το κράτος δικαίου, να φυλακίζουν και να απελαύνουν παρανόμως τόσο ανθρώπους χωρίς χαρτιά όσο και νομότυπους πολίτες, να κατασκευάζουν αδιάκοπα επίσημα ψέματα. Τι θέλουν; Πολλοί από αυτούς θέλουν να εγκαθιδρύσουν ένα έθνος πατριαρχικό, χριστιανικό και λευκό.
Τα μέσα ενημέρωσης πρέπει λοιπόν να σταματήσουν να απευθύνουν συναισθηματικές εκκλήσεις κατά της πόλωσης και υπέρ του διαλόγου, συνεχίζει η συγγραφέας των βιβλίων «Το μυστικό της Λίλι Νταλ» (εκδ. Scripta), «Τυφλόμυγα» (εκδ. Scripta) και «Καλοκαίρι χωρίς άντρες» (εκδ. Πατάκης). Οι Αμερικανοί έχουν κάποιο λόγο που είναι πολωμένοι. Σε κανέναν δεν περνάει από το μυαλό να πει σήμερα ότι, αν ορισμένες ομάδες Εβραίων είχαν καθίσει να μιλήσουν φιλικά με τον Χίτλερ, θα είχε αποτραπεί το Ολοκαύτωμα. Το ICE επιδίδεται στην εσωτερική κάθαρση. Ο στρατός απασχολείται με την εξωτερική επέκταση. Υπήρχε μια εποχή που ο διεθνής Τύπος αντιμετώπιζε τον Τραμπ ως ένα ανέκδοτο, έναν κλόουν. Ως κλόουν αντιμετώπιζε και τον Χίτλερ, μέχρι που έπαψε να είναι.
Η σύγκριση του Τραμπ με τον Χίτλερ μπορεί να φαίνεται σε πολλούς υπερβολική. Οι σχετικές αναφορές μάλιστα στελεχών του Δημοκρατικού Κόμματος πριν από τις τελευταίες εκλογές είχαν θεωρηθεί αντιπαραγωγικές. Ας διαβάσουμε όμως μαζί με τον συγγραφέα και ιστορικό Τίμοθι Ράιμπακ, διευθυντή του Ινστιτούτου Ιστορικής Δικαιοσύνης και Συμφιλίωσης στη Χάγη, πώς ο Χίτλερ τα είχε βάλει με τον διοικητή της Reichsbank. Και ας αντιπαραβάλουμε αυτή την ιστορία με τις λυσσώδεις επιθέσεις που εξαπολύει σήμερα ο αμερικανός πρόεδρος κατά του διοικητή της Fed.
Το πρωί της 30ής Ιανουαρίου του 1933, ο Χίτλερ διορίστηκε καγκελάριος. Και το απόγευμα, γράφει ο Ράιμπακ στο Atlantic, δέχθηκε στο γραφείο του τον Χανς Λούτερ. Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας ήθελε να καταγγείλει ότι τα ναζιστικά τάγματα εφόδου SA είχαν εισβάλει στο κεντρικό κτίριο και είχαν υψώσει τη σβάστικα, κάτι που ήταν παράνομο. «Εχουμε να κάνουμε με μια επανάσταση», του είπε ο Χίτλερ. «Η Reichsbank δεν είναι μέρος αυτής της επανάστασης, είναι ανεξάρτητη, και αν πρέπει να υπάρχει εκεί μια σημαία, είναι η σημαία της χώρας, όχι το λάβαρο ενός κόμματος», του απάντησε εκείνος. Την επομένη, η σβάστικα είχε αφαιρεθεί.
Ο Λούτερ δεν ήταν κανένας τυχαίος. Είχε υπηρετήσει ως υπουργός Οικονομικών και για ένα διάστημα ως καγκελάριος. Είχε σώσει τη χώρα δύο φορές από τη χρεοκοπία, μία το 1923 και μία δεύτερη μετά το κραχ του 1929. Αλλά ο Χίτλερ ήθελε να τον φάει. Στις 9 Απριλίου του 1932 έστειλε δύο άνδρες να τον πυροβολήσουν για εκφοβισμό στον σιδηροδρομικό σταθμό του Πότσνταμ. Και λίγες ημέρες μετά τον εκλογικό του θρίαμβο στις 5/3/1933, τον κάλεσε ξανά και του ζήτησε να χρηματοδοτήσει τις πολεμικές ανάγκες της χώρας.
Ο Λούτερ απάντησε ότι μπορούσε να δώσει 100 εκατομμύρια μάρκα, ούτε το ένα εικοστό από αυτά που ζητούσε ο Χίτλερ. Ο τελευταίος τα έχασε και επανέλαβε την ερώτηση, για να λάβει την ίδια απάντηση. Κάλεσε τότε τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ και του ζήτησε να αποπέμψει τον κεντρικό τραπεζίτη. Η τράπεζα είναι ανεξάρτητη, του υπενθύμισε εκείνος, το γερμανικό κράτος δεν μπορεί να κάνει τίποτα.
Το τρίτο ραντεβού ήταν και το τελευταίο. Ο Χίτλερ αναγνώρισε ότι δεν είχε τα νομικά μέσα να διώξει τον Λούτερ, του είπε όμως ότι διέθετε «εναλλακτικές» πηγές ισχύος που δεν θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει ανελέητα εναντίον του «αν το απαιτούσε το κρατικό συμφέρον». Η απειλή ήταν σαφής. Υπήρχε προηγούμενο. Στις 16 Μαρτίου, ο Λούτερ υπέβαλε την παραίτησή του. Οπως εξήγησε σε μια μακροσκελή επιστολή προς τον γερμανό πρόεδρο, είχε υπηρετήσει τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις, αναγκαζόταν όμως τώρα να αποχωρήσει, καθώς η τεταμένη σχέση ανάμεσα στη Reichsbank και την κυβέρνηση έβλαπτε την οικονομία και τη χώρα.
Χανς Λούτερ (1879-1962)
Οι ειρηνικές προθέσεις
Mετά το πρώτο άκαρπο ραντεβού του με τον Λούτερ, γράφει ο Τίμοθι Ράιμπακ, ο Χίτλερ στράφηκε για οικονομικές συμβουλές στον προηγούμενο κεντρικό τραπεζίτη, τον Χιάλμαρ Σαχτ, που βαθμιαία έγινε σύμμαχός του. Μετά το δεύτερο ραντεβού, τον κάλεσε στο γραφείο του και του έκανε την ίδια ερώτηση: «Πόσα μπορείς να μου δώσεις για το εξοπλιστικό μου πρόγραμμα;» «Χερ καγκελάριε», του απάντησε ο Σαχτ, «δεν μπορώ να σας πω ένα ακριβές ποσό, μπορώ να σας διαβεβαιώσω όμως ότι θα σας δώσω όσα χρειαστείτε».
Ο Χίτλερ τον κοίταξε για λίγο και του είπε: «Θέλεις να αναλάβεις τη διοίκηση της κεντρικής τράπεζας;» Ετσι και έγινε. Οσο για τον Λούτερ, διορίστηκε πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον. Το 1933 έδωσε μια διάλεξη στο Κολούμπια, όπου έδωσε διαβεβαιώσεις για τις «ειρηνικές προθέσεις» του Χίτλερ απέναντι στους ευρωπαίους γείτονές του.







