Ο νόμος, και σωστά, προβλέπει ότι όταν ένα ζώο βρίσκεται σε κίνδυνο, μπορεί να αφαιρεθεί άμεσα από τις αρμόδιες αρχές ελέγχου, ακόμη και χωρίς εισαγγελική εντολή. Εκεί όμως που η πρόθεση προστασίας τελειώνει, αρχίζει ένα θεσμικό κενό με πραγματικές συνέπειες για τα ίδια τα ζώα.
Η προσωρινή αφαίρεση δεν συνοδεύεται από σαφές χρονικό πλαίσιο. Το αποτέλεσμα είναι ζώα που έχουν απομακρυνθεί από κακοποιητικά περιβάλλοντα να παραμένουν για μήνες ή και χρόνια σε κλουβιά, να μετακινούνται διαρκώς από φιλοξενία σε φιλοξενία και να ζουν σε μια διαρκή εκκρεμότητα. Υπάρχουν περιπτώσεις ζώων που δεν έφτασαν ποτέ στην «οριστική» τους προστασία, γιατί πέθαναν περιμένοντας την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Το πρόβλημα επιτείνεται από μια ακόμη ασάφεια: κατά την προσωρινή αφαίρεση, συχνά δεν πραγματοποιούνται βασικές κτηνιατρικές πράξεις με το επιχείρημα ότι «δεν έχει γίνει οριστική αφαίρεση».
Ετσι, δήμοι αρνούνται να προχωρήσουν σε στείρωση, εμβολιασμό, αποπαρασίτωση ή ακόμη και σήμανση, διαιωνίζοντας στην πράξη την κακοποιητική μεταχείριση ενός ζώου που υποτίθεται ότι έχει απομακρυνθεί για να προστατευτεί. Οταν ένα ζώο αφαιρείται επειδή δεν τηρούνται οι κανόνες ευζωίας, δεν μπορεί το κράτος να αναπαράγει την ίδια παραβίαση στο όνομα της γραφειοκρατίας.
Η προστασία δεν είναι θεωρητική έννοια ούτε αναβάλλεται μέχρι την έκδοση μιας απόφασης. Είναι πράξη άμεση, με γνώμονα το συμφέρον του ζώου – όχι την αδράνεια του συστήματος.
Αν η «προσωρινή» αφαίρεση καταλήγει σε μόνιμη ομηρία, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι κακοποιητές μόνο. Είναι και το πλαίσιο που επιτρέπει στα ζώα να χάνονται ανάμεσα στις λέξεις του νόμου.







