Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Μπαμπινιώτης και να γνωρίζει σε βάθος το εύρος της ελληνικής γλώσσας για να αναρωτηθεί ποιος άραγε να είναι ο λόγος ώστε το σύνολο σχεδόν των πολιτικών να πέφτει, όπως οι μύγες στο μέλι, πάνω σε ορισμένες λέξεις σαν να μην υπάρχουν παρά μόνον αυτές και το «φαινόμενο» αυτό – γιατί περί «φαινομένου» πρόκειται – να κρατάει χρόνια, αν και αναποτελεσματικότερο δεν θα μπορούσε να υπάρξει σε σχέση με τις δύο τουλάχιστον τελευταίες δεκαετίες.

Με αποτέλεσμα ως τελική εντύπωση να επικρατεί πάντα πως για να «εξυπηρετούνται» όλοι τους με τις ίδιες ακριβώς λέξεις, οι πολιτικο-ιδεολογικές τους διαφορές που τους κάνουν να ρίχνονται από μετριοπαθώς έως υβριστικότατα ο ένας στον άλλον είναι ανύπαρκτες. «Να λάμψει η αλήθεια», «Το φως θα νικήσει το σκοτάδι», «Αξιοκρατία», «Δικαιοσύνη παντού», «Τέλος στη διαφθορά», λέξεις και φράσεις που όσο συχνότερα και μάλιστα από διαφορετικής πολιτικοκοινωνικής ταυτότητας – υποτίθεται – ανθρώπους ακούγονται, τόσο θα έλεγες πως διογκώνουν και σχεδόν σαν να ισχυροποιούν υποδορίως τις προϋποθέσεις αντί για μείωση να έχουμε έξαρση της καταγγελλόμενης πολιτικής, κοινωνικής και ηθικής νοσηρότητας.

Με έναν τρόπο μάλιστα σάμπως και η αποκρουόμενη λεκτικά μετά βδελυγμίας από όλους τους σήψη, να μπορεί να λειτουργήσει ως κατάργησή της ώστε να μη χρειάζεται στη συνέχεια να βάλει κανείς το χεράκι του, τόσο σε ιδιωτικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο, με μια συγκεκριμένη πράξη ώστε κάτι να αλλάξει, έστω και στοιχειωδώς – προς το καλύτερο εννοείται. Οταν λέξεις βαρυσήμαντες μπορεί να αναπαράγονται χωρίς κανένα κόστος, χωρίς να δείχνει κανείς τους πως έστω και ελάχιστα τις έχει σκεφτεί, ανώδυνα, μέσα σε όλες τις συνθήκες και τα περιβάλλοντα, όπως ακριβώς φοράς ένα ρούχο που το έχεις αγοράσει έτοιμο, η μόνη βέβαιη συνέχεια είναι πως οι βαρυσήμαντες αυτές λέξεις θα επαναλαμβάνονται με έναν τρόπο εργολαβικό, δηλαδή θα λέγονται μόνο και μόνο για να λεχθούν, χωρίς να δεσμεύουν τόσο ως προς το νοηματικό όσο και ως προς το ηθικό τους αντίκρισμα.

Φτάνει βέβαια να μην προκύπτει μια τραγωδία είτε σε εθνικό είτε σε ιδιωτικό, που θα πάρει όμως διαστάσεις, επίπεδο, που θα μας κάνει όλους μαζί και τον καθένα χωριστά να αναρωτηθούμε τι άραγε να έφταιξε και, ξαναπιάνοντας τα πράγματα από την αρχή, να κατανοήσουμε πως ήταν η ανώδυνη – κάτι περισσότερο, καπηλευτική – εκφορά, κυρίως από τα στόματα των πολιτικών, τόσων ακριβών λέξεων.

Ανώδυνη και καπηλευτική σε δημόσιο πάντα επίπεδο γιατί είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς, για παράδειγμα, τον Αλέξη Τσίπρα ή τη Μαρία Καρυστιανού ενώ μιλάνε με τους φίλους τους ή τους συνεργάτες τους στο γραφείο τους ή στο καθιστικό του σπιτιού τους, να επικοινωνούν μεταξύ τους, συνεννοούμενοι επιπλέον, λέγοντας πως «το φως θα νικήσει το σκοτάδι» ή ότι «η επίλυση του πολιτικού προβλήματος θα ήταν η αυτοοργάνωση των Ελλήνων». Μ’ αυτή τη σκέψη μοιάζει να πιστεύει κανείς πως ακραγγίζει έστω το βασικό πρόβλημα στις σχέσεις των πολιτικών με τους πολίτες, που μάλλον θα λυνόταν με μέγιστο κέρδος τόσο μια στοιχειωδώς εντιμότερη επικοινωνία ανάμεσα στους πρώτους και τους δεύτερους όσο και με τις ίδιες τις λέξεις και τις έννοιες να πάψουν να κακοποιούνται καθημερινά με την υπολογισμένα απερίσκεπτη χρήση τους. Δηλαδή οι πολιτικοί να απευθύνονται στα εκτεταμένα ή περιορισμένα ακροατήριά τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούν ενώ συζητούν με τους πολύ δικούς τους ανθρώπους και με τους φίλους τους.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.