Η κατάρρευση του ΝΑΤΟ, μια υπόθεση αδιανόητη μόλις χθες, αντιμετωπίζεται τώρα ως ένα πιθανό ενδεχόμενο.

Η πρωθυπουργός της Δανίας Μ. Φρεντέρικσεν ανήγγειλε το τέλος της Συμμαχίας σε περίπτωση που οι ΗΠΑ καταλάβουν έδαφος μιας άλλης χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ (Γροιλανδία) και παραβιάσουν την κυριαρχία της Δανίας. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θέλει με εμμονικό τρόπο να προσαρτήσει τη Γροιλανδία στις Ηνωμένες Πολιτείες και για τον σκοπό αυτόν (εάν δεν καταφέρει να την εξαγοράσει) σχεδιάζει την κατάληψή της ακόμη και με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης. Στην παρατήρηση ότι μια τόσο βάναυση ενέργεια παραβίασης του διεθνούς δικαίου και κυριαρχίας μιας άλλης χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ μπορεί να σημάνει το τέλος της Συμμαχίας, η απάντησή του ήταν «αμφιβάλλω εάν το ΝΑΤΟ θα ήταν στο πλευρό μας σε ώρα ανάγκης». Ο πρόεδρος Τραμπ ουδέποτε είχε βέβαια σε υψηλή υπόληψη το ΝΑΤΟ.

Δεν είναι ωστόσο η πρώτη φορά που μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ εκφράζει απειλές (ακόμη και casus belli) εναντίον άλλης χώρας της Συμμαχίας. Η αντιπαράθεση Ελλάδας – Τουρκίας μετράει πάνω από πενήντα χρόνια, αν και η Τουρκία ουδέποτε ανοιχτά υποστήριξε ότι θα ήθελε να προσαρτήσει ελληνικό έδαφος. Οι δύο χώρες όμως μέλη της Συμμαχίας έφθασαν πολύ κοντά σε πολεμική αναμέτρηση χωρίς το ΝΑΤΟ να παρεμβαίνει ενεργά για την εκτόνωση της κατάστασης. Και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της ελληνικής πλευράς, το ΝΑΤΟ δεν μπόρεσε να θεσπίσει θεσμική διαδικασία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση ενδο-συμμαχικών συγκρούσεων με βάση το διεθνές δίκαιο (με την εξαίρεση του μηχανισμού αποκλιμάκωσης – deconfliction mechanism – 2020).

Παρά ταύτα, στο ακραίο σενάριο κατάρρευσης του ΝΑΤΟ λόγω Γροιλανδίας, θα έχουμε μια καταστροφική εξέλιξη για τα ελληνικά συμφέροντα/πολιτική ασφάλειας. Από το 1952, έτος ένταξης της χώρας ταυτόχρονα με την Τουρκία στο ΝΑΤΟ, η ελληνική πολιτική ασφάλειας και η σταθερότητα στην περιοχή διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Με όλες τις θετικές, προβληματικές ή και αρνητικές συνέπειες. Πέρα από την πολύπλευρη τεχνική, οργανωτική συνεργασία σε επίπεδο επιχειρησιακό, η ταυτόχρονη συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας στο ΝΑΤΟ παρείχε στις δύο χώρες:

(α) Πολλαπλούς διαύλους επικοινωνίας ακόμη και στις χειρότερες στιγμές της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Οι δύο χώρες ήσαν παρούσες στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο και ως εκ τούτου η επικοινωνία ήταν αναπόφευκτη, αναγκαία και εκτονωτική.

(β) Δέσμη κανόνων που όφειλαν να ακολουθήσουν στη διαμόρφωση και εφαρμογή της πολιτικής ασφάλειας. Οι κανόνες αυτοί συγκροτούσαν ένα οιονεί ανάχωμα σε αυθαίρετες, έκνομες, επικίνδυνες συμπεριφορές. Η ενδεχόμενη διάλυση του ΝΑΤΟ «θα ελευθερώσει» κάθε χώρα από την πειθαρχία των κανόνων αυτών. Ειδικά ευρωπαϊκές χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης όπως η Τουρκία, οι οποίες δεν θα υπόκεινται σε κανένα πλαίσιο κανονιστικής πειθαρχίας.

(γ) Η κομβική σχέση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ διαμορφώθηκε εν μέρει στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και εν μέρει διμερώς. Το ίδιο και η σχέση της Τουρκίας. Οι σχέσεις αυτές αναποφεύκτως θα επαναπροσδιορισθούν σε περίπτωση νατοϊκής κατάρρευσης ιδιαίτερα εάν οι δύο χώρες αναγκασθούν να κλείσουν αμερικανικές βάσεις στο έδαφός τους.

Ορισμένες συνέπειες για την Ελλάδα. Οι οποίες πολλαπλασιάζονται εάν συνεκτιμηθούν και οι επιπτώσεις στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας…

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του ΕΛΙΑΜΕΠ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του με τίτλο «Πέρα από τα Στερεότυπα. Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική»

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.