Τις μεταμεσονύχτιες ώρες προβάλλονται στην τηλεόραση σποτάκια φιλοζωικών εταιρειών με οδηγίες για περίθαλψη αδέσποτων, ενημέρωση για τις υποχρεώσεις δήμων και περιφέρειας, συμβουλές για τρόπους επέμβασης σε περίπτωση κακοποίησης ζώων, όλα καλά και χρήσιμα. Στέκομαι σε δύο από αυτά. Στο ένα ακούγεται μια παιδική, κοριτσίστικη φωνή που απευθύνεται σε έναν νοητό δήμαρχο. Με ευγενικές μεν λέξεις αλλά σε άκρως επιθετικό και καταγγελτικό ύφος, τον εγκαλεί για ασυνέπεια προεκλογικών υποσχέσεων και μετεκλογικών έργων, του «κουνάει το δάχτυλο», τον φέρνει, υποτίθεται, προ των ευθυνών του. Επαναλαμβάνω, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο δήμαρχο και συγκεκριμένες καταγγελίες. Ετσι, γενικά, το ανήλικο στέλνει «χαιρετίσματα» σε μια εξουσία, ντε φάκτο διεφθαρμένη και ασυνεπή.
Στο άλλο ακούγεται, λόγω ημερών, κάποιο κάλαντο με αλλαγμένα λόγια. Μια επίσης παιδική φωνούλα καλεί τα άλλα παιδάκια να επικοινωνήσουν με κάποια Αρχή, υπεύθυνη για τη φροντίδα των αδέσποτων. Θεωρεί δεδομένο ότι η Αρχή θα κάνει τα στραβά μάτια, θα αδιαφορήσει, και συνεχίζει με συμβουλές για συλλογή στοιχείων ώστε να είναι καλά «δεμένη» η καταγγελία εναντίον της ανάλγητης εξουσίας. Και καθώς τα γράφω αυτά, μου έρχεται στον νου μια σαββατιάτικη πορεία, πριν από κάποιους μήνες, στο κέντρο της Αθήνας, από καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια, το πολύ της Δευτέρας Δημοτικού, που με επικεφαλής τις δασκάλες τους διέσχιζαν την Πατησίων φωνάζοντας, με αφορμή, φαντάζομαι, την τραγωδία των Τεμπών, συνθήματα τύπου «Εκείνοι τα κέρδη τους, εμείς τις ζωές μας» και άλλα περί εξουσίας και διαφθοράς.
Τι έχουμε εδώ; Μια προπόνηση, από τα γεννοφάσκια που λέει ο λόγος, στην εχθροπάθεια για την πολιτική (και όχι μόνο) εξουσία. Την ενστάλαξη της άποψης ότι όποιος κυβερνά είναι διεφθαρμένος, ψεύτης, αυταρχικός, κοιτάζει μόνο την πάρτη του. Η απόλυτη δυσπιστία για όποιον εμπλέκεται με την πολιτική. Οτι ο καλύτερος (λέμε τώρα) πολιτικός είναι χειρότερος από τον χειρότερο πολίτη. Οτι υπάρχει ένα ρήγμα που χωρίζει τους μεν από τους δε. Από εδώ οι ηθικοί και απέναντι οι ανήθικοι. Οτι τα πράγματα θα φτιάξουν, ότι ελπίδα θα υπάρξει μόνο όταν η εξουσία θα αλλάξει χέρια, θα περάσει από τους πολιτικούς στους πολίτες. Λες και οι πολιτικοί δεν έχουν προϋπάρξει πολίτες. Λες και οι πολίτες, από τη στιγμή που θα αναλάβουν εξουσία, δεν θα γίνουν πολιτικοί, δεν θα διαφθαρούν, σύμφωνα με την εξίσωση που υπάρχει στο μυαλό όσων έχουν αυτή την άποψη.
Είναι η άποψη που καλλιεργήθηκε στα χρόνια του «αντιμνημονιακού αγώνα», αυτή που ήθελε τους πολιτικούς στη φυλακή και «να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Που θεωρεί το κράτος διεφθαρμένο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της ότι οι διεφθαρμένες εξουσίες συνεπάγονται και διεφθαρμένες κοινωνίες.
«Μεσσίες»
Οπου ευδοκιμούν τέτοιες αντιλήψεις, βρίσκουν εύφορο έδαφος «κινήματα» σαν αυτό του οποίου ηγείται η Μαρία Καρυστιανού. Δεν είναι η έλλειψη πολιτικού προγράμματος, πες ότι αυτά βρίσκονται στην πορεία. Είναι η μετατόπιση στην ανάδειξη του συναισθήματος ως κινητήριας δύναμης στη διακυβέρνηση μιας χώρας. Το είχε πει, προ ετών, η Αλεξάντρια Οκάζιο Κορτές σε τηλεοπτική συνέντευξή της, όταν ο δημοσιογράφος τής επεσήμανε ότι τα οικονομικά στοιχεία που παρουσίαζε δεν ήταν σωστά: «Δεν με ενδιαφέρει η ορθότητα αυτών που λέω, αλλά το συναίσθημα που προκαλούν».
Με συμβούλους, όπως διαβάζω στο in.gr, υποψήφια βουλευτή του «θρησκευτικού» κόμματος Νίκη (αυτού που έστειλε στην Ευρωβουλή τον Νίκο Αναδιώτη) και φανατικό αντιεμβολιαστή, πρωταγωνιστή στη διοργάνωση συλλαλητηρίων εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών, θεωρώ ότι το «κίνημα Καρυστιανού», αρχικά, θα τσιγκλήσει το συναίσθημα κάποιων κοινωνικών ομάδων. Το οποίο όμως θα ξεφουσκώσει. Και μάλιστα γρήγορα. Πολύ περισσότερο αφού όλοι σχεδόν οι συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών τής έχουν στρέψει την πλάτη. Και απορώ πώς κόμματα και πρόσωπα «ψημένα» στην πολιτική θεωρούν σοβαρή απειλή την περίπτωσή της; Δεν έχουν δει πώς αυτοκαταστρέφονται (και μετά χρειάζονται rebranding) όσοι εκτιμούν ότι ο ίσκιος τους είναι πολύ πιο μεγάλος από το μπόι τους;







