Με τον θάνατο του Ρομπέρ Μπαντεντέρ (Robert Badinter) τον Φεβρουάριο του 2024 η Γαλλία έχασε μια εμβληματική μορφή του δημόσιου βίου των τελευταίων 50 ετών. Ο Ρομπέρ Μπαντεντέρ υπήρξε μαχόμενος δικηγόρος, διαπρεπής νομικός και καθηγητής Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Paris 1 Panthéon – Sorbonne. Χρημάτισε υπουργός Δικαιοσύνης στην πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φρανσουά Μιτεράν (1981-1986), πρόεδρος στο Συνταγματικό Δικαστήριο (1986-1995) και γερουσιαστής (1995-2011). Συμπορεύτηκε πάντοτε με τους σοσιαλιστές.
Το όνομά του συνδέθηκε για πάντα με την κατάργηση της θανατικής ποινής στη Γαλλία το 1981 (από τις τελευταίες δυτικοευρωπαϊκές χώρες που την κατήργησαν). Αυτή υπήρξε η κορυφαία του μάχη και νίκη στην πολιτική του σταδιοδρομία. Μάχη σκληρή, που του στοίχισε πολεμικές και χλευασμούς, αλλά που την κέρδισε. Εχει όμως και άλλες σημαντικότατες νίκες στο ενεργητικό του, αφού κατήργησε την ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας το 1982 υπερβαίνοντας ισχυρές προκαταλήψεις της κοινωνίας. Ύψωσε το ηθικό του ανάστημα και στρατεύτηκε διά βίου σε υποθέσεις, όπως η καταπολέμηση του αντισημιτισμού και η μνήμη του Ολοκαυτώματος. Στις μεγάλες δίκες των Ναζί εγκληματιών που έλαβαν χώρα στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του ’80 (όπως η πολύκροτη δίκη του Κλάους Μπάρμπι, «του δημίου της Λυών»), εκείνος φρόντισε να κινηματογραφηθεί η δίκη και να διασωθεί ο λόγος των μαρτύρων κατηγορίας.
Θα τον θυμόμαστε πάντα ως παθιασμένο υπέρμαχο των δικαιωμάτων του ανθρώπου να δίνει μάχες εναντίον των διακρίσεων, του αντισημιτισμού, της άρνησης του Ολοκαυτώματος που ήταν ηχηρή στη δεκαετία του ’80 στη Γαλλία. Ο Μπαντεντέρ έλεγε: «Η Γαλλία δεν είναι η χώρα των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Είναι η χώρα της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Κι ο προσωπικός του ορισμός του ουμανισμού ήταν: «Ο ουμανισμός είναι η πεποίθηση ότι τίποτε δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός ανθρώπινου όντος». Για την τεράστια προσφορά του, την 9η Οκτωβρίου του 2025 – επέτειο της ημέρας κατά την οποία το 1981 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος της κατάργησης της θανατικής ποινής –, ο Μπαντεντέρ «εισήλθε» με προεδρική απόφαση στο Πάνθεον, του απονεμήθηκε δηλαδή η ύψιστη τιμή που απονέμει «Στους μεγάλους άνδρες. Η πατρίς ευγνωμονούσα» (τώρα πλέον και σε ξεχωριστές γυναίκες, όπως η Σιμόν Βέιλ). Τα οστά του παρέμειναν στο κοιμητήριο του Bagneux, ενώ το μνήμα του στο Πάνθεον περιέχει το χειρόγραφο της περίφημης αγόρευσής του για την κατάργηση της θανατικής ποινής, κάποια άλλα χειρόγραφα και την τήβεννό του.
Η επίσημη τελετή έλαβε χώρα στο επιβλητικό κτίριο της παλαιάς βασιλικής, που είναι ναός της δημοκρατίας, αλλά και στην πλατεία μπροστά από το Πάνθεον. Ο μουσικός Julien Clerc ερμήνευσε το περίφημο τραγούδι του «L’ assassin assassiné» (Ο δολοφονημένος δολοφόνος), το οποίο έγραψε το 1980 εμπνευσμένος από την αγόρευση του Μπαντεντέρ σε μια δίκη το 1977. Αυτή η εκτέλεση του καταδικασμένου εις θάνατον, στην οποία ο Μπαντεντέρ παρέστη ως δικηγόρος του, τον σημάδεψε για πάντα. Από τότε εργάστηκε με πάθος γι’ αυτό το ζήτημα που θεωρούσε υψίστης σημασίας. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του υπουργού Δικαιοσύνης τον Ιούνιο του 1981, συνέταξε και παρουσίασε σχετικό νομοσχέδιο προς ψήφιση από τη Βουλή. Στη σχετική του μνημειώδη αγόρευση για την ψήφιση του νομοσχεδίου, θύμισε πως ήδη από το 1791 στην πρώτη Συντακτική Εθνοσυνέλευση είχε τεθεί το ζήτημα.
Το 1848 ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε υποστηρίξει πως «η θανατική ποινή είναι το ειδικό και αιώνιο χαρακτηριστικό της βαρβαρότητος». Το 1957 ο Αλμπέρ Καμί έγραφε: «Και τι άλλο είναι η θανατική ποινή αν όχι το πλέον προμελετημένο από όλα τα εγκλήματα, με το οποίο κανένα δεν είναι συγκρίσιμο;». Ομως ο δρόμος υπήρξε τόσο μακρύς… Ο πρόεδρος Μιτεράν επιθυμούσε την κατάργηση, το είχε μάλιστα υποσχεθεί στην προεκλογική του εκστρατεία. Ηξερε ότι ο Ρομπέρ Μπαντεντέρ θα ήταν ο καλύτερος υπέρμαχος της υπόθεσης. Οταν πλέον ψηφίστηκε το νομοσχέδιό του, ο Μπαντεντέρ μπόρεσε να δηλώσει: «Η Δικαιοσύνη δεν δολοφονεί πλέον στη Γαλλία…».
Η καταγωγή και το τραύμα
Ο Μπαντεντέρ υπήρξε εγγόνι και παιδί μεταναστών. Θυμίζω πως στη δεκαετία του ’20 η Γαλλία ήταν μια ιδανική χώρα υποδοχής μεταναστών. Στάθηκε καταφύγιο για τους επιζήσαντες της αρμενικής γενοκτονίας, για τους Ιταλούς που ήθελαν να γλιτώσουν από τον φασισμό και για τους κυνηγημένους από τα πογκρόμ Εβραίους της Ρωσίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας. Στη Yiddishland, την περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης που εκτεινόταν καθέτως από τις βαλτικές χώρες ως τον Εύξεινο Πόντο και βρισκόταν ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία, και η οποία υπήρξε λίκνο των Ασκενάζι, ζούσαν πριν από το 1940 11.000.000 άνθρωποι εβραϊκής καταγωγής. Παροιμιώδης ήταν η έκφρασή τους «Heureux comme un Juif en France», «Ευτυχισμένος σαν Εβραίος στη Γαλλία», εφόσον οι Εβραίοι στη Γαλλία ήταν ίσοι πολίτες με όλα τα δικαιώματα από το 1791. Μ’ αυτό το όραμα έφτασαν χιλιάδες «ανατολικοί» Εβραίοι στη Γαλλία τότε ως μετανάστες. Η γλώσσα τους ήταν τα γίντις και οι «Ισραηλίτες» της Γαλλίας δεν τους είδαν με καλό μάτι (ο όρος σήμαινε πως ήσαν πρωτίστως Γάλλοι με ιουδαϊκό θρήσκευμα). Μεταξύ αυτών έφτασαν οι παππούδες του Μπαντεντέρ και οι γονείς του, που είχαν γεννηθεί στη Βεσσαραβία, τη σημερινή Μολδαβία.
Η ζωή δεν ήταν εύκολη, αλλά η γενιά των γονιών τα πήγε πολύ καλύτερα. Η μητέρα απέκτησε δίπλωμα Γυμνασίου από τη δημόσια εκπαίδευση, τον σπουδαιότερο μοχλό της ενσωμάτωσης, κι έγινε γαλλόφωνη. Οι γονείς, ο Σιμόν και η Σαρλότ, παντρεύτηκαν από έρωτα το 1923 και το 1928 απέκτησαν τη γαλλική ιθαγένεια. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο Ρομπέρ από γονείς «Γάλλους λίγων εβδομάδων». Η επιχείρηση με τις γούνες πήγαινε πολύ καλά, τα καλοκαίρια νοίκιαζαν σπίτι στη Βρετάνη ή στη Νορμανδία. Η ζωή έμοιαζε να τους χαμογελάει…
Αλλά η Κατοχή άλλαξε τα πάντα. Οι γονείς αγωνιούν για τα αντισημιτικά μέτρα της δωσίλογης κυβέρνησης του Βισί κι αναρωτιούνται πού να βρουν καταφύγιο. Η γιαγιά Ιντίς δεν τολμά να βγει από το σπίτι, έχουν ξυπνήσει οι φόβοι του γκέτο. Ο πατέρας φεύγει πρώτος για τη Λυών, πρωτεύουσα της Αντίστασης στην «ελεύθερη ζώνη». Στη Λυών, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, ο Σιμόν συλλαμβάνεται και κρατείται με πολλούς άλλους σε μπλόκο που έκανε η Γκεστάπο στο κτίριο όπου έχει τα γραφεία της η Ενωση των Ισραηλιτών. Τις διαταγές τις έχει δώσει ο Κλάους Μπάρμπι. Ο μικρός Ρομπέρ τρέχει στο εν λόγω κτίριο να δει τον πατέρα, αλλά ξαναφεύγει τρέχοντας όταν ο φρουρός ζητάει την ταυτότητά του, γλιτώνοντας τη σύλληψή του. Ο Σιμόν εκτοπίστηκε κι εξοντώθηκε στο στρατόπεδο του Σόμπιμπορ το 1943. Η αναμονή του πατέρα, μέχρι την τελική βεβαιότητα ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ, στοίχειωσε τα εφηβικά χρόνια του μικρού Ρομπέρ. Το τραγικό γεγονός τον σημάδεψε και το τραύμα στάθηκε ιδρυτικό για την προσωπικότητά του. Ο νεαρός έφηβος είχε οδυνηρά ενηλικιωθεί: «Δεν ήμουν πια ένα αγόρι ύστερα από αυτή τη δοκιμασία, ήμουν πλέον άνδρας».
Η σύζυγός του, η φιλόσοφος Ελιζαμπέτ Μπαντεντέρ, μελετήτρια του Διαφωτισμού και φεμινίστρια, είπε: «Πιστεύω πως η σημαντικότερη πηγή των αγώνων του Ρομπέρ υπήρξε η εφηβεία του. Ολη του τη ζωή παρέμεινε αυτός ο νεαρός ο κομμένος στα δύο, ο κατασπαραγμένος». Ο Μπαντεντέρ αφιέρωσε ένα βιβλίο στη γιαγιά του που λάτρεψε («Idiss», 2018) και που πέθανε στο Παρίσι το 1942. Η φωτογραφία της Ιντίς είναι στην αφετηρία της εξαιρετικής Εκθεσης της αφιερωμένης στον Μπαντεντέρ στο Πάνθεον (ως τις 8 Μαρτίου 2026, επιμελητής Eric Fottorino).







