Με το Χρηματιστήριο της Αθήνας να προσπαθεί να απορροφήσει τα νέα υψηλά 16 ετών που σημείωσε από την πρώτη συνεδρίαση του έτους, εν μέσω διάχυσης του ενδιαφέροντος σε περισσότερους τίτλους μικρότερης κεφαλαιοποίησης, παράλληλα με τις εναλλαγές θέσεων (rotation) κυρίως στη μεγάλη κεφαλαιοποίηση, το βλέμμα των επενδυτών στρέφεται πλέον στην επιστροφή του γεωπολιτικού ρίσκου, αν και οι μετοχικές αγορές σχεδόν αγνόησαν τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, με τις ενεργειακές μετοχές να σημειώνουν άνοδο, με το σκεπτικό ότι θα ωφεληθούν από την ανασυγκρότηση των πετρελαϊκών υποδομών της χώρας.
Η Citigroup παρατήρησε πάντως πως ο αντίκτυπος των αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων στις αγορές είναι βραχύβιος. Ελλείψει σημαντικών διαταραχών στις τιμές του πετρελαίου, είναι απίθανο να υπάρξουν σοβαρές πιέσεις, ενώ με βάση ιστορικά στοιχεία διαπιστώνει πως γεωπολιτικά γεγονότα συχνά αποτελούν ευκαιρίες για αγορά περιουσιακών στοιχείων υψηλού κινδύνου. Τα τελευταία 60 χρόνια π.χ., σε διάφορα γεωπολιτικά επεισόδια, οι αγορές κατέρρευσαν μόνο στις περιπτώσεις που οι αναταραχές στον τομέα της ενέργειας «έσπρωξαν» σε ύφεση την παγκόσμια οικονομία.
Οι συνέπειες από τα γεγονότα στη Βενεζουέλα
Η Capital Economics εκτίμησε πως οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα είναι απίθανο να επηρεάσουν την παγκόσμια οικονομία. Το ειδικό βάρος της χώρας έχει μειωθεί εξάλλου σημαντικά τα τελευταία 50 χρόνια. Τη δεκαετία του 1970 αποτελούσε περίπου το 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ με παραγωγή 3,5 εκατ. βαρελιών πετρελαίου την ημέρα αντιπροσώπευε το 8% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Σήμερα αποτελεί το 0,1% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ συνεισφέρει το 1% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικές και γεωπολιτικές συνέπειες θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο αισθητές. Για την Capital Economics, ενώ η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια των ΗΠΑ να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στην αυλή τους, είναι εξίσου δυνατό να ερμηνευτεί και μέσα από το πρίσμα της ρήξης ΗΠΑ – Κίνας. Η Βενεζουέλα είχε γίνει ο πιο σταθερός σύμμαχος της Κίνας (και της Ρωσίας) στη Λατινική Αμερική. Εάν η νέα κυβέρνηση είναι περισσότερο ευθυγραμμισμένη με τις ΗΠΑ, τότε ένας ακόμη σημαντικός παραγωγός πρώτων υλών (όπως π.χ. συμβαίνει ήδη με τη Σαουδική Αραβία) απομακρύνεται από την Κίνα.






