Επειτα από μια μακροχρόνια περίοδο ειρήνης, δημοκρατίας και ευημερίας στη μεταψυχροπολεμική εποχή, η Δύση – εν μέσω τριγμών στις Διατλαντικές Σχέσεις – καλείται να αντιμετωπίσει απειλές και κινδύνους, αλλά και να εκμεταλλευτεί ευκαιρίες σε ένα ρευστό διεθνές σύστημα. Ενα άναρχο διεθνές σύστημα στο οποίο έχουν επανέλθει οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και μαζί με τους γεωοικονομικούς ανταγωνισμούς που αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, συνθέτουν το διεθνές περιβάλλον στο οποίο τα κράτη καλούνται να επιτύχουν τα εθνικά τους συμφέροντα, ενδυναμώνοντας την ασφάλειά τους μέσω της ισχύος, ενώ το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς θεσμοί υποχωρούν.
Ενας ολιστικός, αποτελεσματικός, και τελικά αποδεκτός στη βιβλιογραφία, ορισμός αντιλαμβάνεται την ισχύ ως: α) έλεγχο πάνω σε δρώντες, β) έλεγχο πάνω σε πόρους και γ) έλεγχο πάνω σε αποτελέσματα. Επίσης, η ισχύς διακρίνεται σε τέσσερις διαστάσεις: α) σκληρή ισχύς (στρατιωτική δύναμη, οικονομία και διπλωματία), β) ήπια ισχύς («η ικανότητα να επηρεάζεις άλλους μέσω συνεργατικών μέσων διαμόρφωσης της ατζέντας, μέσω πειθούς και θελκτικής έλξης προκειμένου να επιτύχεις τα επιθυμητά αποτελέσματα»), γ) έξυπνη ισχύς (συνδυασμός σκληρής και ήπιας ισχύος) και δ) αιχμηρή ισχύς, η οποία αρχικά αναφέρεται μόνο στις προσπάθειες των απολυταρχικών κρατών να παρέμβουν σε ένα δημοκρατικό κράτος εμποδίζοντας και περιορίζοντας την ελεύθερη έκφραση, θέτοντας σε κίνδυνο και εξουδετερώνοντας τους ανεξάρτητους θεσμούς του και διαστρεβλώνοντας την εσωτερική πολιτική του δημιουργώντας σύγχυση και χάος. Αιχμηρή ισχύ δεν χρησιμοποιούν, όμως, μόνο τα απολυταρχικά κράτη, αλλά μερικές φορές και οι δημοκρατίες, άλλωστε τόσο οι ΗΠΑ, όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν χρησιμοποιήσει πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους αυτή τη μορφή ισχύος για να απονομιμοποιήσουν και να αποσταθεροποιήσουν κυβερνήσεις άλλων κρατών (ακόμη και δημοκρατικών).
Στο πλαίσιο της άσκησης αιχμηρής ισχύος εντάσσεται και το εργαλείο του υβριδικού πολέμου, o οποίος συνδυάζει συμβατικές στρατιωτικές τακτικές με μη στρατιωτικές μεθόδους (π.χ. κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση, οικονομικό καταναγκασμό, δολιοφθορές), ασκείται τόσο από κρατικούς, όσο και από μη κρατικούς δρώντες, κινείται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ ειρήνης και πολέμου και στοχεύει στην επίτευξη πολιτικών αποτελεσμάτων αποσταθεροποιώντας και υπονομεύοντας όχι μόνον κυβερνήσεις, αλλά και ολόκληρες κοινωνίες.
Από την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία (2014), την παρέμβαση στις αμερικανικές εκλογές από τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών (2016), την εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών στον Εβρο από την Τουρκία (2020), τη δολιοφθορά στον αγωγό Nord Stream (2022), την οργανωμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης από τη Ρωσία εναντίον της Δύσης, μέχρι τις πρόσφατες υπερπτήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) πάνω από ευρωπαϊκά αεροδρόμια (Βέλγιο, Γερμανία, Δανία, Νορβηγία, Πολωνία, Σουηδία) και τη δολιοφθορά στη σιδηροδρομική γραμμή Βαρσοβίας – Λούμπλιν, γίνεται αντιληπτό ότι ο υβριδικός πόλεμος αν και ασκείται και με «άλλα μέσα» και όχι μόνο στρατιωτικά, αποτελεί μία μορφή πολέμου που εκμεταλλεύεται τις τρωτότητες της δημοκρατικής Δύσης και την εξάρτησή της από την τεχνολογία, καθώς και την ανωνυμία και τη δυσκολία απόδοσης ευθυνών.
Ο Ιωάννης Λ. Κωνσταντόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Οικονομικής Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς







