Το 2026, δεύτερο έτος της δεύτερης θητείας του προέδρου Τραμπ είναι και το έτος κατά το οποίο θα διεξαχθούν, στις 3 Νοεμβρίου, οι λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές (midterm elections) στις οποίες θα κριθούν, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και οι 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας. Από τα ανοικτά διεθνή μέτωπα που παραλαμβάνει το 2026, ας μνημονεύσουμε τα δύο πιο κρίσιμα για τη δική μας γεωγραφική θέση: τον πόλεμο στην Ουκρανία με τις παράλληλες συνομιλίες για τον τερματισμό του – θα δούμε με ποιους όρους – και την παρούσα φάση του μεσανατολικού ζητήματος με την προσοχή στραμμένη στη Συρία. Από τη διεθνή ατζέντα αξίζει σίγουρα να επισημανθεί και η προγραμματισμένη για τον Απρίλιο επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο.
Ως προς τα καθ’ ημάς, κανονικά θα έπρεπε να σημειώσω ότι το 2026 είναι το δεύτερο έτος της διετούς θητείας της Ελλάδας ως μη μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά αυτή η πρόσθετη άσκηση ισορροπίας στην οποία υποβαλλόμαστε δεν βελτίωσε τη διεθνή θέση της χώρας κατά το πρώτο έτος της θητείας. Θα μπορούσε επίσης να είχε ενδιαφέρον η κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ κατά το πρώτο εξάμηνο, αλλά αυτή δεν περιλαμβάνει, ως γνωστόν, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο με σύνθεση υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας.
Το 2026 με βάση τη ροή των ανοικτών θεμάτων θα είναι έτος σοβαρής δοκιμασίας των αντοχών και των προθέσεων των κρατών – μελών της ΕΕ, των ευρωπαϊκών κοινωνιών και της Ενωσης ως θεσμικής οντότητας. Το μεγάλο, όχι απλώς στρατηγικό αλλά κατά κυριολεξία ιστορικό ζήτημα που καλείται να αντιμετωπίσει η «στενή» Ευρώπη των 27 είναι η κρίση του δυτικού παραδείγματος που βασίζεται μεταπολεμικά, επί ογδόντα χρόνια, στον ευρωατλαντικό πυλώνα, στην ενιαία αντίληψη περί ασφάλειας και περί φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η διάρρηξη αυτής της ενιαίας αντίληψης αποτυπώθηκε πλέον στο επίσημο έγγραφο για τη National Security Strategy των ΗΠΑ.
Η διοίκηση Τραμπ κάνει μόνη της και με βάση τις στενά δικές της γεωοικονομικές και γεωπολιτικές εκτιμήσεις την επιλογή εχθρών, ανταγωνιστών, δυνητικών συνεργατών και προτιμητέων συμμάχων. Δεν θα μοιραστεί με την Ευρώπη τις αποφάσεις για το στρατηγικό πλαίσιο και τους όρους της συνεργασίας ή της αντιπαράθεσης, ούτε με την Κίνα ούτε με τη Ρωσία. Το σχήμα των συνομιλιών για τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι χαρακτηριστικό: ο πρόεδρος Τραμπ δεν συνομιλεί ως επικεφαλής της Δύσης με τον πρόεδρο Πούτιν αλλά διαμεσολαβεί ως τρίτος μεταξύ των προέδρων Πούτιν και Ζελένσκι, αφήνοντας διαρκώς ανοικτό το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων προς τη μια αλλά και προς την άλλη πλευρά. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει και την Ευρώπη που υποτάσσεται σε ένα ασύμμετρο σχήμα καθώς δεν έχει την πραγματική δυνατότητα απευθείας διαλόγου με τη Ρωσία, δεν συμμετέχει πραγματικά στη διαμόρφωση της αμερικανικής στάσης και καλείται να επωμισθεί το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού βάρους μιας λύσης που είναι θεμελιώδους σημασίας για την ασφάλειά της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το έγγραφο της National Security Strategy που προαναφέρθηκε, η Ευρώπη αφενός μεν καλείται να επωμισθεί το κόστος της ασφάλειας της ηπείρου της τόσο οικονομικά όσο και ως ανάληψη στρατιωτικού κινδύνου, αφετέρου δε τίθεται υπό ιδεολογικό έλεγχο για τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν σε αυτή και υπό πολιτικό έλεγχο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Η αμερικανική διοίκηση επικρίνει μια ευρωπαϊκή δημοκρατία μαχόμενη απέναντι στους ακραίους αντιπάλους της και φοβική απέναντι στο ενδεχόμενο ανόδου της Ακροδεξιάς. Ο αντιπρόεδρος Βανς πήγε ακόμη πιο μακριά, πρόσφατα συνέδεσε τις μεταναστευτικές ροές στην Ευρώπη με τον κίνδυνο που αυτός διαβλέπει, τα ευρωπαϊκά πυρηνικά οπλοστάσια (γαλλικό και βρετανικό) να τεθούν υπό τον έλεγχο ευρωπαίων πολιτικών που δεν είναι εκ καταγωγής «Δυτικοί». Θυμίζω ότι όσα είχε πει ο αντιπρόεδρος τον Φεβρουάριο στο Μόναχο περιλήφθηκαν τον Νοέμβριο στο επίσημο έγγραφο της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας.
Μέσα σε αυτή τη ρευστή παγκόσμια κατάσταση που οι ίδιες οι ΗΠΑ την αναγνωρίζουν ως πολυπολική από την οπτική γωνία ενός ανανεωμένου Δόγματος Μονρόε, συμπληρωμένου με το «παράρτημα Τραμπ» που τείνει να αποδεχθεί τη λογική των σφαιρών επιρροής, είναι προφανές ότι η εθνική στρατηγική μιας μεσαίας για τα ευρωπαϊκά δεδομένα χώρας όπως η Ελλάδα δεν μπορεί να συνιστάται ούτε απλώς στην επίκληση των ταυτοτήτων της ούτε στην απλή επανάληψη γενικόλογων δηλώσεων.
Κατ’ αρχάς, όταν κυριαρχεί διεθνώς μια «διπλωματία των γεγονότων» είναι σημαντικό σε εθνικό επίπεδο να υπάρχει μια αντίληψη «διπλωματίας των καταστάσεων», δηλαδή μια αίσθηση προτεραιοτήτων καθώς σε σχέση με τη ροή των γεγονότων πρέπει να είμαστε πάντα επιφυλακτικοί ώσπου τα γεγονότα να αποκτούν τις πραγματικές τους διαστάσεις και να συντίθενται ως καταστάσεις. Από την άλλη πλευρά πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση και να μπορούμε να είμαστε ευέλικτοι σε επίπεδο διπλωματικών χειρισμών αλλά με στρατηγική καθαρότητα.
Η επίκληση, λοιπόν, των ταυτοτήτων της χώρας είναι προφανώς πολύ σημαντική, αλλά στο σημερινό σκηνικό δεν αρκεί. Η Ελλάδα είναι κράτος – μέλος της ΕΕ και υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες που ενισχύουν την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και την ευρωπαϊκή άμυνα, είναι παλιό μέλος του ΝΑΤΟ που είναι ο πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας, είναι όμως και στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ επιπλέον της από κοινού συμμετοχής στο ΝΑΤΟ, είναι κράτος μεσογειακό που αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα τριμερή σχήματα συνεργασίας αφενός με την Κύπρο και την Αίγυπτο, αφετέρου με την Κύπρο και το Ισραήλ. Σε σχέση όμως και με την ευρωπαϊκή ασφάλεια και άμυνα και με το ΝΑΤΟ και με την ελληνοαμερικανική εταιρική συνεργασία, το προέχον για την Ελλάδα τα τελευταία τουλάχιστον πενήντα χρόνια πρόβλημα εθνικής ασφάλειας αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την κατάσταση στην Κύπρο. Αυτή η υβριδική, σε σχέση με τις άλλες χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αντίληψη ασφάλειας επικαθορίζει την ατζέντα της ελληνικής εθνικής στρατηγικής ασφάλειας.
Κατά την ίδια λογική, δεν αρκούν γενικόλογες δηλώσεις πίστης στο διεθνές δίκαιο που συνιστά αξιακή επιλογή αλλά όχι ολοκληρωμένη στρατηγική και επιπλέον δεν διανύει την καλύτερη εποχή του από πλευράς πρακτικής σημασίας. Η νομική διάσταση των θεμάτων έχει πάντα σπουδαία σημασία, αλλά προέχει ο συσχετισμός των δυνάμεων, επιπλέον δε η νομική διάσταση είναι συνήθως πιο περίπλοκη από ό,τι φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού ή κυριαρχεί ως πεποίθηση.
Κατά την ίδια λογική, η ενεργειακή πολιτική είναι προφανώς σημαντική και για την πολιτική ασφάλειας καθώς βρίσκεται στην καρδιά της ασφάλειας εφοδιασμού και του διεθνούς εμπορικού ανταγωνισμού. Αυτό αφορά τη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών στις υποθαλάσσιες έρευνες για ορυκτά καύσιμα και τις εμπορικές συμφωνίες για την προμήθεια π.χ. αμερικανικού LNG που δεν τις συνάπτουν όμως μόνο ελληνικές εταιρείες αλλά και τουρκικές και ουγγρικές που βρίσκονται γεωγραφικά πολύ πιο κοντά στην Ουκρανία.
Η οριοθέτηση όμως της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και πρέπει να γίνει σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τα πορίσματα της διεθνούς νομολογίας προκειμένου τα σχετικά κυριαρχικά δικαιώματα να μπορούν να ασκηθούν πραγματικά. Ακόμη και πριν από την οριοθέτηση, η ρύθμιση ζητημάτων όπως η διέλευση αγωγών και καλωδίων κατά τα προβλεπόμενα στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Τα πρωτόκολλα διεθνών συμπεριφορών με τα οποία πορευθήκαμε πενήντα και πλέον χρόνια δεν ισχύουν ή πάντως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα ισχύσουν την κρίσιμη στιγμή. Υπάρχει μια εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων και κυρίως επεισοδίων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που έχει ως μοτίβο την αμερικανική παρέμβαση, την επιβολή μορατόριουμ και την έναρξη διπλωματικών διαδικασιών που εκτονώνουν τη στρατιωτική / αεροναυτική ένταση. Ακόμη και εάν επαναληφθεί το ίδιο μοτίβο, ενδέχεται να ασκηθεί πίεση για πυκνές εξελίξεις και συνολικές προσεγγίσεις. Για τον λόγο αυτό είναι κομβικό να έχουμε εμείς τον έλεγχο του ρυθμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων εντός του πλαισίου της εθνικής στρατηγικής που αποδεχόμαστε.
Από την άποψη αυτή έχει σημασία η συνέχιση των διερευνητικών επαφών, των συνομιλιών για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και των συζητήσεων για τη λεγόμενη θετική ατζέντα. Οπως στο Κυπριακό έχει πάντα σημασία η ετοιμότητα συμμετοχής στις διαδικασίες που κινεί ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ. Σημασία έχει όμως και να μην αφήσουμε διπλωματικά να ολοκληρωθεί εδαφικά η εισβολή, πενήντα χρόνια μετά το 1974, ως προς την Αμμόχωστο και το μέλλον της.
Η εθνική στρατηγική δεν είναι ρητορική άσκηση μέσω δηλώσεων που έχουν τυποποιηθεί, ούτε τακτικά επαναλαμβανόμενες ενέργειες με τις οποίες αντιτασσόμαστε σε κάθε επιδίωξη της άλλης πλευράς, η οποία αναπτύσσει όμως πολύ έντονη διεθνή δραστηριότητα σε πολλά άλλα πεδία πέραν των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού. Εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε η κυκλική εναλλαγή περιόδων ύφεσης και έντασης που παραδόξως θεωρούνται εξίσου αποδεκτές εντός του πλαισίου της γενικής παραδοχής ότι ο χρόνος θα κυλά χωρίς να μεταβάλλεται κάτι από αυτά που καθόρισαν τα προηγούμενα πενήντα χρόνια. Η εθνική στρατηγική προϋποθέτει πολύ βαθύτερη επεξεργασία των θεμάτων, πλήρη αίσθηση όχι μόνο του διμερούς αλλά και του περιφερειακού και του διεθνούς συσχετισμού, των εμφανών και των κυοφορούμενων εξελίξεων, επικαιροποίηση των δεδομένων. Κυρίως προϋποθέτει ικανότητα ουσιαστικού εσωτερικού διαλόγου χωρίς κομματικά στερεότυπα και συγκυριακές απόπειρες πολιτικής χρέωσης των άλλων. Χωρίς το «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου».
Μια τέτοια κατά κυριολεξία εθνική στρατηγική επιτρέπει να έχουμε ειρμό στις επιμέρους ενέργειές μας. Για παράδειγμα, μπορεί να προσδώσει νόημα στην πρόταση για περιφερειακή διάσκεψη των χωρών της Αν. Μεσογείου, παρότι αυτή δεν είναι forum για το κομβικό ζήτημα της οριοθέτησης. Επίσης, μπορεί να μας επιτρέψει να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα για το αν ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν προτιμότερη από πλευράς εθνικού συμφέροντος η τεταμένη περίοδος 2019-2023 ή το σχεδόν μορατόριουμ των τελευταίων δυόμισι ετών (2023-2025), περίοδος κατά την οποία εντούτοις δεν εκτελέστηκαν οι εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ. Ακόμη, μπορεί να μας βοηθήσει να εφαρμόσουμε στην πράξη την αρχή ότι η Αθήνα απευθύνεται στην Αγκυρα δημοσίως η ίδια και για ό,τι την αφορά και όχι μέσω τρίτων, ακόμη και αν αυτοί είναι σημαντικοί στρατηγικοί εταίροι.
Το 2026 προοιωνίζεται έτος εσωτερικά τεταμένο, με κρίσιμες δικαστικές διαδικασίες να δίνουν για πολλά θέματα τον πολιτικό τόνο και με τον χρόνο των εκλογών να πλησιάζει, όποιο σενάριο και αν επικρατήσει. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας, το 2026 θα έπρεπε παρά ταύτα να καταστεί έτος στρατηγικής σημασίας. Αυτό απαιτεί μια αυξημένη αίσθηση ευθύνης κατά το μέτρο της θεσμικής θέσης καθενός και καθεμιάς.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, πρώην υπουργός Εθνικής Αμυνας, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής ΑΠΘ







